:::: MENU ::::
Showing posts with label ΜΕΓΑΛΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ. Show all posts
Showing posts with label ΜΕΓΑΛΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ. Show all posts

Monday, January 26, 2026

 Το Εγκώμιο Της Βαρεμάρας

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Λέγεται ότι περίπου το 10% των ανθρώπων υποφέρει από κατάθλιψη στη διάρκεια της ζωής του. Όμως πόσους ανθρώπους ξέρετε ή μπορείτε να φανταστείτε που να μην είπαν, ούτε μια φορά: «Βαριέμαι».


Σίγουρα το 100% του πληθυσμού θα νιώσει κάποια στιγμή της ζωής του βαρεμάρα.


Όμως δεν πρέπει να μιλάμε για βαρεμάρα, αλλά για βαρεμάρες, γιατί η ίδια η έννοια περιλαμβάνει μια πολλαπλότητα διαθέσεων και αισθημάτων.


Τι είναι η βαρεμάρα; Ένας απλοϊκός ορισμός: «Η βαρεμάρα εμφανίζεται όταν δεν μπορούμε να κάνουμε αυτό που θέλουμε να κάνουμε ή όταν πρέπει να κάνουμε κάτι που δεν θέλουμε να κάνουμε».


Όμως η ύψιστη μορφή βαρεμάρας είναι όταν δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα για το τι θέλουμε να κάνουμε και -κυρίως- όταν δεν θέλουμε να κάνουμε τίποτα, όταν αισθανόμαστε/πιστεύουμε ότι τίποτα δεν έχει σημασία να το κάνεις.


~~{}~~


Η βαρεμάρα δεν είναι γοητευτική όπως η μελαγχολία, που μπορεί να συνδεθεί με την ευαισθησία, τη σοφία, ακόμα και την ομορφιά.


Ένα μελαγχολικό άτομο μπορεί να φαίνεται γοητευτικό. Ένα βαριεστημένο όχι.


~~{}~~


Για τον Κίρκεργκορ η βαρεμάρα ήταν η γενεσιουργός αιτία του κόσμου, σαν να λέμε: Στην αρχή ήταν η βαρεμάρα.


«Οι θεοί βαριόνταν και γι” αυτό έφτιαξαν τα ανθρώπινα όντα. Ο Αδάμ βαριόταν να “ναι μόνος και γι” αυτό δημιουργήθηκε η Εύα. Από τότε η βαρεμάρα αυξάνεται τόσο όσο αυξάνει κι ο πληθυσμός.»


~~


Η βαρεμάρα ίσως να είναι η αιτία πολλών πραγμάτων.


«Τα πάντα ξεκινούν απ” τη βαρεμάρα», γράφει ο Ντοστογιέφκσι.


«Και τι δεν επινόησαν οι άνθρωποι επειδή βαριόνταν! Διαβάζουν από βαρεμάρα, παίζουν από βαρεμάρα και τελικά πεθαίνουν από βαρεμάρα», γράφει ο Μπίχνερ σε κάποια νουβέλα του.


Κι ο Μπέρτραντ Ράσελ:


«Η βαρεμάρα, ως παράγοντας της ανθρώπινης συμπεριφοράς έχει λάβει πολύ μικρότερη προσοχή απ” ό,τι της αξίζει. Έχει υπάρξει, πιστεύω, μια από τις μεγαλύτερες κινητήριες δυνάμεις καθ” όλη την ιστορική εποχή και σήμερα αυτό ισχύει περισσότερο από ποτέ.»


Γιατί σήμερα ισχύει περισσότερο από ποτέ;


~~{}~~


Η βαρεμάρα υπήρχε απ” την αρχή του κόσμου (ίσως και πιο πριν όπως γράφει ο Κίρκεγκορ), όμως δεν εμφανίζεται σε μείζονα βαθμό πριν την ρομαντική εποχή.


Πριν τον Ρομαντισμό ήταν ένα περιθωριακό φαινόμενο, άξιο μόνο για τους μοναχούς και τους ευγενείς.


Ο χωρικός του Μεσαίωνα πάσχιζε μονάχα να επιβιώσει από λιμούς και λοιμούς. Ήξερε ότι αυτή ήταν η μοίρα του.


Με την έλευση του Ρομαντισμού η βαρεμάρα εκδημοκρατίζεται.


Αυτό αποδεικνύεται και λεξιλογικά.


Η λέξη boredom εμφανίζεται στα αγγλικά μόλις το 1760. Η γερμανική λέξη langeweill δύο δεκαετίες νωρίτερα. Οι Δανοί ήταν πιο γρήγοροι (ίσως βαριόνταν περισσότερο, άλλωστε ο Κίρκεγκορ, ο θεωρητικός της βαρεμάρας ήταν Δανός). Η λέξηkedsomhed καταγράφεται για πρώτη φορά στα χειρόγραφα λεξικά του Ματίας Μοζ (1647 – 1719).


~~{}~~


Στα ελληνικά υπήρχαν απ” τα αρχαία χρόνια η πλήξη, η ανία και η ακηδία. Η τελευταία ήταν ηθική αρρώστια, θανάσιμη, για τους μοναχούς, που αισθάνονταν βαρεμάρα για τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και τον Θεό.


Η γαλλική λέξη ennui και η ιταλική noia, συνδέονται πιθανότατα με την ανία.


Στα αγγλικά υπάρχει και το spleen.


(Οι λέξεις ennui και spleen φέρνουν αβίαστα στο μυαλό τον Μποντλέρ και τον Πόε, που βαριούνταν θανάσιμα. Αυτοί ίσως κάνουν παρέα με τον δικό μας ποιητή της βαρεμάρας, τον Καρυωτάκη, σε μια απόλυτα βαρετή Κόλαση, που θα επιλέχτηκε ως τιμωρία.)


Δεν γνωρίζω πότε ξεκίνησε να χρησιμοποιείται οι λέξεις βαρεμάρα και βαριέμαι, όμως πλέον είναι απ” τις πιο αγαπητές λέξεις των Ελλήνων.


~~{}~~


Η βαρεμάρα εκδημοκρατίστηκε με τον Ρομαντισμό γιατί τότε ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος, άρχισε να βλέπει τον εαυτό του ως κάτι ιδιαίτερο και να προσβλέπει στην ΑΥΤΟΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗ.


Ο Ρομαντικός κι ακόμα περισσότερο ο Νεωτερικός Άνθρωπος, θέλει πάντα να ζήσει κάτι περισσότερο, κάτι παραπάνω, και κυρίως χρειάζεται ένα νόημα για να ζει, δεν του αρκεί να επιβιώνει.


Το νόημα έχει σχέση με τον τρόπο που καταλαβαίνουμε τη ζωή συνολικά.


Αν, για παράδειγμα, είσαι ένθερμος χριστιανός, τότε το νόημα είναι η ζωή εν θεώ. Αν είσαι αναρχικός τότε είναι η αναρχία (ρε κουφάλες). Κι αν είσαι συγγραφέας είναι η συγγραφή.


~~


Τα ανθρώπινα όντα είναι εθισμένα στην ύπαρξη νοήματος. Και στη σύγχρονη εποχή, ο Νεωτερικός Άνθρωπος, βρίσκεται συχνά χωρίς να έχει κάποιο νόημα.


Η έλλειψη νοήματος είναι βαρετή. Και η βαρεμάρα μπορεί να περιγραφεί σαν ένα ακυρωμένο νόημα: Ο Θεός πέθανε, ο Μάρξ πέθανε, κι εγώ τώρα τελευταία δεν αισθάνομαι πολύ καλά.


Η κενότητα χρόνου στη βαρεμάρα δεν είναι μια κενότητα δράσης, πληροφορίας, αφού πάντα υπάρχει κάτι να κάνουμε ή ν” ακούσουμε/δούμε/διαβάσουμε. Είναι κενότητα νοήματος.


Όπως γράφει ο Πεσσόα στο Βιβλίο της Ανησυχίας: «Η πλήξη δεν είναι η αρρώστια τού να βαριέσαι γιατί δεν έχεις τίποτα να κάνεις, αλλά η πιο σοβαρή αρρώστια τού να νιώθεις ότι δεν υπάρχει τίποτα που ν” αξίζει τον κόπο.»


~~{}~~


Αν η βαρεμάρα είναι η απουσία νοήματος, τότε η παγκόσμια βαρεμάρα διαρκώς αυξάνεται, επειδή έχει εξαφανιστεί το συνολικό νόημα.


Οι άνθρωποι φαίνεται ότι δεν μπορούν πλέον ν” αντέξουν τον εαυτό τους, τον άδειο χρόνο, τη μοναξιά, τη βαρεμάρα.


Ο πιο υπερδραστήριος από μας είναι ακριβώς εκείνος που είναι πιο ευαίσθητος στη βαρεμάρα, ουσιαστικά εκείνος που δεν αντέχει ούτε λεπτό με τον εαυτό του, χωρίς παρέα, χωρίς τηλεόραση, χωρίς δουλειά, χωρίς «κάτι-να-κάνω».


Φοβού τους πολυάσχολους.


~~


Η βαρεμάρα δεν συνδέεται με τις πραγματικές ανάγκες, οι οποίες θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν πολύ εύκολα, αλλά με την επιθυμία για «αισθητηριακά ερεθίσματα», τα οποία αναπληρώνουν την έλλειψη νοήματος.


Όμως κάθε ερέθισμα ενέχει την ανοχή σε αυτό (όπως συμβαίνει με κάθε εθιστική ουσία).


Η ίδια δόση ερεθίσματος δεν σου είναι αρκετή μετά από λίγο. Χρειάζεσαι κάτι παραπάνω για να μην βαριέσαι. Έτσι καταλήγεις να σκαρφαλώνεις στο Έβερεστ, ενώ οι αυτόχθονες Θιβετιανοί αναρωτιούνται για ποιο λόγο ριψοκινδυνεύεις τη ζωή σου.


~~


Αν δεν επιζητάς το περισσότερο, τότε θα ζητήσεις το καινούριο (όπως λέει το κλισέ «ν” αλλάξεις παραστάσεις»).


Όμως κι αυτή η διαρκής αναζήτηση του καινούριου καταντάει βαρετή τελικά, αφού όπως γράφει και το Βιβλίο της Βαρεμάρας, ο Εκκλησιαστής: «Ουδέν καινόν υπό τον ήλιον». Ή, ο Ρασούλης: «Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν».


~~


Οι γέροι και οι μεσήλικες βολεύονται πιο εύκολα με την ασφάλεια της ρουτίνας, βολεύονται στη βαρεμάρα. Όμως δεν είναι το ίδιο με τους νέους.


Ο νέος πρέπει να κάνει κάτι ενδιαφέρον. Προσοχή! Όχι σημαντικό. Αρκεί να είναι ενδιαφέρον, αρκεί να είναι μια ενδιαφέρουσα πληροφορία.


Ο καταιγισμός πληροφοριών στο διαδίκτυο εξυπηρετεί ακριβώς αυτή τη λειτουργία: Φαίνεται να σκοτώνει τη βαρεμάρα.


Όμως στην πραγματικότητα την αυξάνει, αφού μετά το πέρας της παρακολούθησης άσκοπων πληροφοριών, τίποτα δεν σου μένει, και -κυρίως- δεν έχεις πλησιάσει/δημιουργήσει κάποιο νόημα.


Γιατί η πληροφορία δεν έχει νόημα.


~~{}~~


Από τη στιγμή που γεννιέται ο Νεωτερικός Άνθρωπος (κυρίως ο δυτικός, που έχει λύσει τα βασικά προβλήματα επιβίωσης), κατακλύζεται από ερεθίσματα, για να μη βαριέται.


Τα μωρά πρέπει πριν ακόμα καταφέρουν να εστιάσουν το βλέμμα τους να περικυκλωθούν από παιχνίδια.


Τα παιδιά δεν μένουν στιγμή μόνα τους, χωρίς κάτι να κάνουν, γιατί τα πολλά ερεθίσματα θα τα κάνουν πιο έξυπνα, πιο κοινωνικά, πιο ικανά.


Κι όμως, η βαρεμάρα είναι εξόχως δημιουργική και τα παιδιά θα πρέπει να μεγαλώνουν με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν, να αντέχουν να βαριούνται.


«Αυτός που οχυρώνεται εντελώς απέναντι στη βαρεμάρα, οχυρώνεται επίσης απέναντι στον εαυτό του», γράφει ο Νίτσε.


Η βαρεμάρα τροφοδοτεί τον στοχασμό και τον αναστοχασμό, αφού όποιος βαριέται συνήθως αναρωτιέται και γιατί του συμβαίνει, οπότε εξελίσσεται.


Χωρίς την ικανότητα ν” αντέξει κανείς έναν συγκεκριμένο βαθμό βαρεμάρας θα ζήσει μια δυστυχισμένη ζωή, αφού θα πρέπει να βιώνει τη ζωή ως μια συνεχή φυγή απ” τη βαρεμάρα. Ο αυτοσκοπός, το νόημα, θα είναι η αποφυγή της βαρεμάρας.


Υπάρχουν στατιστικά στοιχεία που συνδέουν τη βαρεμάρα με τη χρήση ουσιών, το αλκοόλ, το κάπνισμα, την πολυφαγία, την ερωτική ασυδοσία, τον βανδαλισμό, την επιθετικότητα, την αυτοκτονία, την επικίνδυνη συμπεριφορά.


~~{}~~


Παραδόξως ή όχι, το εγωκεντρικό άτομο που έμαθε να μη βαριέται, είναι πιο μοναχικό από εκείνο που αποδέχεται τη μοναξιά και τη βαρεμάρα, αφού το πρώτο είναι πάντα περικυκλωμένο από καθρέφτες, ενώ ο μοναχικός άνθρωπος μπορεί να έναν χώρο για τους άλλους που να είναι αυθεντικός.


Ακόμα κι αν βαριούνται παρέα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Tuesday, November 18, 2025


- Νοεμβρίου 18, 2025

 


Αν θέλεις να λέγεσαι ἄνθρωπος


δὲν θὰ πάψεις οὔτε στιγμὴ ν' ἀγωνίζεσαι γιὰ τὴν εἰρήνη καὶ γιὰ τὸ δίκιο.


Θὰ βγεῖς στοὺς δρόμους, θὰ φωνάξεις, τὰ χείλια σου θὰ ματώσουν ἀπ' τὶς φωνές


τὸ πρόσωπό σου θὰ ματώσει ἀπὸ τὶς σφαῖρες -μὰ οὔτε βήμα πίσω.


Κάθε κραυγή σου μιὰ πετριὰ στὰ τζάμια τῶν πολεμοκάπηλων


κάθε χειρονομία σου σὰ νὰ γκρεμίζεις τὴν ἀδικία.


[...]


Αν θέλεις νὰ λέγεσαι ἄνθρωπος


μπορεῖ νὰ χρειαστεῖ ν' ἀφίσεις τὴ μάνα σου, τὴν ἀγαπημένη ἢ τὸ παιδί σου.


Δὲ θὰ διστάσεις.


Θ᾿ ἀπαρνηθεῖς τὴ λάμπα σου καὶ τὸ ψωμί σου


θ᾽ ἀπαρνηθεῖς τὴ βραδινή ξεκούραση στὸ σπιτικό κατώφλι


γιὰ τὸν τραχὺ δρόμο που πάει στὸ αὔριο.


Μπροστὰ σὲ τίποτα δὲ θὰ δειλιάσεις κι οὔτε θὰ φοβηθεῖς.


Τὸ ξέρω, εἶναι ὅμορφο ν᾿ ἀκοῦς μιὰ φυσαρμόνικα τὸ βράδι, νὰ κοιτᾶς ἔν᾿ ἄστρο, νὰ ὀνειρεύεσαι


εἶναι όμορφο σκυμένος πάνω ἀπ᾿ τὸ κόκκινο στόμα τῆς ἀγάπης σου


νὰ τὴν ἀκοῦς νὰ σοῦ λέει τὰ ὄνειρά της γιὰ τὸ μέλλον.


Μὰ ἐσὺ πρέπει νὰ τ᾿ ἀποχαιρετήσεις ὅλ᾽ αὐτὰ καὶ νὰ ξεκινήσεις


γιατὶ ἐσὺ εἶσαι ὑπεύθυνος γιὰ ὅλες τις φυσαρμόνικες τοῦ κόσμου, γιὰ ὅλα τ' άστρα, γιὰ ὅλες τὶς λάμπες καὶ γιὰ ὅλα τὰ ὄνειρα


ἂν θέλεις νὰ λέγεσαι ἄνθρωπος.

Monday, November 10, 2025


Στην ταινία «Ο κήπος του Γιάλομ: η φιλοσοφία μιας ζωής», που θα βγει στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 11 Δεκεμβρίου, ο κορυφαίος ψυχοθεραπευτής αυτοαναλύεται και αυτοβιογραφείται. Κεντρικοί ήρωες, με τη σειρά, ο μετανάστης παντοπώλης πατέρας του, η «δύσκολη» μητέρα του, η επί 60 χρόνια γυναίκα του Μέριλιν Koenic (επίσης συγγραφέας και ακαδημαϊκός), τα τέσσερα παιδιά του, τα εγγόνια του και οι σχέσεις ανάμεσα σε όλους αυτούς. Σαν να προσπαθεί να «διδάξει» - αυτήν τη φορά μέσα από το παράδειγμα της δικής του ζωής. 

Γιος Ρωσοεβραίων στην Αμερική του ’30, ο Irvin Yalom μεγάλωσε σε μια γειτονιά μαύρων στην Ουάσιγκτον. Επειδή εκείνη η περιοχή της πόλης δεν ήταν ασφαλής για υπαίθριο παιχνίδι, πήγαινε συχνά με το ποδήλατό του στη δημόσια βιβλιοθήκη, όπου βυθιζόταν στην ανάγνωση. 

Ως εκπαιδευόμενος στο Johns Hopkins γρήγορα απέρριψε την ψυχανάλυση και τη βιολογική ψυχολογία ως ανεπαρκείς θεωρίες και ξεκίνησε τη φιλοσοφική αναζήτησή του και την έρευνά του στον τομέα της υπαρξιακής ψυχοθεραπείας. Είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Stanford στην Καλιφόρνια από τη δεκαετία του ’60 και συγγραφέας πολλών μπεστ σέλερ βιβλίων.

Μετά από τόση υπαρξιακή αναζήτηση έχετε καταλάβει ποιο είναι το νόημα της ζωής; 

Η ζωή δεν... έρχεται με νόημα. Πρέπει να εφεύρουμε εμείς το νόημα και μετά να... ξεχάσουμε ότι το έχουμε εφεύρει.

Ποιο νόημα έχετε δώσει στη δική σας ζωή; 

Είμαι γιατρός, δάσκαλος και γονέας. Προσπαθώ να είμαι δημιουργικός ως συγγραφέας ώστε να βοηθάω και άλλους, περισσότερους ανθρώπους. 

Η αγωνία για «αιώνια» αναγνώριση αποτελεί κίνητρο σε ό,τι κάνετε; 

Είναι ωραίο για μένα να γνωρίζω ότι η ζωή μου υπήρξε χρήσιμη. Αλλά πόσους από εμάς θα μας θυμούνται πραγματικά οι επόμενες γενιές, μετά τα παιδιά και τα εγγόνια μας;

Τι λέτε σε κάποιον που δεν μπορεί να «εφεύρει» κανένα νόημα για την ύπαρξή του; 

Οταν κάποιος μου λέει ότι δεν έχει κανένα νόημα να ζει, προσπαθώ να εξερευνήσω τις σχέσεις του: Ποιους συναντά στην καθημερινότητά του; Τι τον εμποδίζει στην επικοινωνία; Για μένα, ένας από τους πιο σημαντικούς λόγους ύπαρξης είναι η ουσιαστική διασύνδεση με άλλους ανθρώπους και η αγάπη.

Η αγάπη ή ο έρωτας; 

Η αγάπη για άλλους ανθρώπους, για τα παιδιά μας, για τους φίλους μας. Αναφέρομαι σε μια πιο σταθερή αγάπη και όχι στην κατάσταση της ερωτικής τρέλας.

Ο έρωτας είναι υπερεκτιμημένος στις μέρες μας; 

Σίγουρα η ιδέα τού να ερωτεύεσαι παρουσιάζεται ως ένα υπέροχο συναίσθημα στη λογοτεχνία και στις ταινίες. Μόνο που συνήθως δεν διαρκεί. Εκείνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μετατρέψουμε τον έρωτα σε μια πιο «αξιοπρεπή» αγάπη: να αγαπάμε τον άλλο όπως είναι και όχι όπως τον ονειρευόμαστε.

Γιατί να μην ερωτευόμαστε ξανά και ξανά άλλους ανθρώπους, ώστε να παραμένουμε συνέχεια ερωτευμένοι;

Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια δυστυχισμένη ζωή.

Εσείς ερωτευτήκατε τη γυναίκα σας;

Οταν ήμασταν έφηβοι, ζήσαμε μια ολοκληρωμένη ρομαντική εμπειρία. Ομως, ευτυχώς, η αγάπη μας συμπεριλάμβανε και άλλα στοιχεία και έτσι -μετά από τους πρώτους μήνες έντονης συγκίνησης- εξακολουθήσαμε να ενδιαφερόμαστε ο ένας για τον άλλο.

Τα κοινά ενδιαφέροντα είναι το μυστικό του γάμου σας;

Σεβόμαστε ο ένας τον άλλο, έχουμε μια μεγάλη οικογένεια, πολλά εγγόνια, μοιραζόμαστε την ίδια αγάπη για τα βιβλία. Πρόκειται για μια καλή μακροχρόνια σχέση. Για την ακρίβεια, δεν γνωρίζω καμία καλύτερη.

Οπότε προτιμήσατε τη «βαρεμάρα» μιας καλής σχέσης από το πάθος;

Δεν νομίζω ότι υπάρχει μεταξύ μας το τυφλό πάθος όπου θέλουμε οπωσδήποτε να βγάλουμε τα ρούχα μας, αλλά υπάρχει πολύ πάθος! Χαίρομαι να είμαι με τη γυναίκα μου.

Το σεξ είναι σημαντικό σε ένα γάμο, σύμφωνα με την επιστημονική σας άποψη; Η κακή σεξουαλική ζωή προξενεί μεγάλη θλίψη στους ανθρώπους. Περνάμε πολλές ώρες στην ψυχοθεραπεία προσπαθώντας να καταλάβουμε γιατί το σεξ δεν λειτουργεί και θα μπορούσα να αναφέρω μια ολόκληρη λίστα από λόγους. Η σεξουαλικότητα είναι σημαντικό μέρος του δεσμού ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα.

Πώς εξηγείτε ότι οι γάμοι όλων των παιδιών σας κατέληξαν σε διαζύγια;

Το θέμα είναι και λίγο πολιτιστικό. Οταν εγώ παντρεύτηκα, δεν είχα καν ακούσει τη λέξη «διαζύγιο». Ολοι οι καλοί μου φίλοι από το γυμνάσιο παραμένουν παντρεμένοι.

Η εβραϊκή σας καταγωγή έπαιξε ρόλο στη ζωή σας;

Δεν παίρνω τη θρησκεία πολύ στα σοβαρά. Η θρησκεία μπορεί να βοηθήσει πολλούς ανθρώπους, αλλά μπορεί και να βλάψει πολλούς ανθρώπους.

Προτιμάτε έναν ευσπλαχνικό ιερέα ή έναν ψυχρό ψυχοθεραπευτή;

Εάν ο ιερέας είναι ευσπλαχνικός και σοφός, σίγουρα θα τον προτιμούσα.

Καλύτερα να παιδεύεσαι με τα μεγάλα φιλοσοφικά ερωτήματα ή να ζεις ευτυχισμένος μέσα στην άγνοιά σου;

Σίγουρα συμφωνώ με τον Σωκράτη στο ότι, για να ζήσει κανείς μια ολοκληρωμένη ζωή, πρέπει πρώτα να καταλάβει τον εαυτό του. Ομως δεν χρειάζεται να μελετάς υπαρξιακή φιλοσοφία για να είσαι χαρούμενος!

Τα χάπια βοηθούν;

Τα χάπια δεν είναι λύση εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως η κατάθλιψη που οφείλεται σε γενετικούς παράγοντες. Δυστυχώς, όμως, υπάρχει αυτή η τάση προς τη φαρμακευτική θεραπεία. Λίγοι ψυχίατροι διδάσκονται πλέον πώς να είναι ψυχοθεραπευτές.

Γιατί;

Για τα λεφτά. Οι ασφαλιστικές εταιρείες απαιτούν από τους γιατρούς να κουράρουν τους ασθενείς τους όσο το δυνατόν γρηγορότερα και οικονομικότερα.

Εσείς εξακολουθείτε να αυτοαναλύεστε;

Βρίσκομαι συχνά με μια παρέα φίλων ψυχιάτρων. Εμείς οι ίδιοι είμαστε το καλύτερο εργαλείο που διαθέτουμε για να δουλεύουμε με τους ασθενείς μας. 

Νιώθετε καλύτερα τώρα ή όταν ήσαστε νέος;

Μου λείπει που δεν μπορώ πια να παίζω τένις... αλλά νιώθω πολύ πιο άνετα και ευχαριστημένος από τον εαυτό μου. Οταν ο ήλιος δύει, αρχίζεις να βλέπεις άλλα πράγματα στον ουρανό. Σήμερα απολαμβάνω τα αστέρια.

Εχετε κατορθώσει να βοηθήσετε τον εαυτό σας να μη φοβάται το θάνατο;

Φυσικά λυπάμαι που θα αφήσω αυτή την καλή ζωή σύντομα, αλλά δεν διακατέχομαι από τρόμο. Εχω ζήσει μια γεμάτη ζωή και αισθάνομαι πολύ τυχερός.

Η οικονομική κρίση επηρεάζει υπαρξιακά τους ανθρώπους;

Δημιουργεί περισσότερη δυστυχία. Είναι σημαντικό να μην ξεπέφτουμε οικονομικά, να μας αρέσει η δουλειά μας, να έχουμε υγεία... Μπορώ όμως να σας διαβεβαιώσω ότι η κατάθλιψη και το άγχος δεν έχουν οικονομικό υπόβαθρο.

Εχετε επισκεφτεί την Ελλάδα;

Εχω έρθει τρεις φορές και έχω μερικούς καλούς Ελληνες φίλους. Είναι παράξενο: οι Ελληνες είναι το καλύτερό μου ακροατήριο. Τα βιβλία μου πουλάνε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο αναλογικά με τον πληθυσμό.

Πώς το εξηγείτε αυτό;

Ισως επειδή γράφω για φιλοσοφικά θέματα πάνω στα οποία έχετε μεγάλη παράδοση.

Τι απαντάτε σε όσους θεωρούν τα βιβλία σας υπερβολικά εκλαϊκευμένα;

Είμαι επιστήμονας και καθηγητής σε ένα μεγάλο αμερικανικό πανεπιστήμιο.

kathimerini

Saturday, November 1, 2025


“Ο βαθύτερος φόβος μας δεν είναι ότι είμαστε ανεπαρκείς. Ο βαθύτερος φόβος μας είναι ότι είμαστε δυνατότεροι από όσο μπορεί να μετρηθεί. Είναι το φως μας , όχι το σκοτάδι μας που μας φοβίζει περισσότερο. Το να είσαι λίγος σε κάτι δεν υπηρετεί τον κόσμο. Δεν υπάρχει τίποτα το πεφωτισμένο στο να μικραίνεις ούτως ώστε οι υπόλοιποι γύρω σου να μην νιώθουν ανασφαλείς. Όλοι πρέπει να λάμπουμε όπως λάμπουν τα παιδιά. Και αυτό δεν βρίσκεται σε κάποιους από εμας. Βρίσκεται σε όλους μας. Και όσο αφήνουμε το δικό μας φως να λάμψει, δίνουμε ανεπαίσθητα την άδεια σε άλλους ανθρώπους να κάνουν το ίδιο. Όσο απελευθερωνόμαστε από τους ίδιους μας τους φόβους, τόσο η παρουσία μας θα απελευθερώνει τους υπόλοιπους.”


Το 2005, ο Samuel L. Jackson έδινε ρεσιτάλ σε μία από τις ωραιότερες ταινίες με θέμα το μπάσκετ που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ. Φυσικά δεν είναι άλλη από το “Coach Carter”. Σε αυτήν την ταινία [spoiler alert], ο Ken Carter, ένας παλιός θρύλος του Λυκείου Richmond έρχεται να προπονήσει μια ταλαντούχα όσο και θρασύτατη ομάδα νεαρών, η οποία έχει ανάγκη από πειθαρχεία εντός και εκτός παρκέ. Μετά από πολλή προσπάθεια, δράμα και διαξιφισμούς, και λειτουργώντας με βάση ένα “συμβόλαιο” συμπεριφοράς και ακαδημαϊκών στόχων που θα έπρεπε να σέβονται οι παίκτες του Carter, οι Richmond Oilers βρίσκουν τα πατήματά τους και “πετάνε” προς το πρωτάθλημα της περιφέρειας. Το καλό κλίμα ανατρέπεται όταν ο Carter συνειδητοποιεί πως αρκετοί από τους παίκτες της ομάδας έχουν πάρει ξανά την κάτω βόλτα σε ό,τι έχει να κάνει με τις επιδόσεις τους στο σχολείο. Παρά την αήττητη πορεία τους στο πρωτάθλημα, ο Carter αποφασίζει να κλειδώσει το γυμναστήριο και να ακυρώσει προπονήσεις και αγώνες μέχρι οι αθλητές του να στρωθούν ξανά στο διάβασμα. Η πρωτοβουλία του αυτή σηκώνει θύελλα αντιδράσεων στην σχολική κοινότητα, γίνεται είδηση σε όλες τις ΗΠΑ και τον φέρνει στο στόχαστρο. Το σχολείο αποφασίζει να “σπάσει” το lockout του Ken Carter, τον αναγκάζει να δηλώσει παραίτηση, όμως οι αθλητές του αποφασίζουν να κάνουν τα πάντα για να τον μεταπείσουν, να μπουν στον ίσιο δρόμο και μαζί του να “αγγίξουν” και τον τίτλο της περιφέρειας.


Η ιστορία αυτή του καθηγητή που βάζει τα ιδανικά του και τις αξίες του πάνω από την επιτυχία του και την εφήμερη αθλητική καταξίωση του σχολείου του μοιάζει ένα εξαιρετικά εμπνευσμένο σενάριο. Και όμως, είναι μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις που το Hollywood δεν έχωσε την μύτη του με τρόπο παρά μόνο ελάχιστα σε μία αληθινή ιστορία!


Η ιστορία του προπονητή Carter μας έρχεται από το 1999 και την τρίτη σεζόν του στην ομάδα των Oilers. O Ken Carter πράγματι αποφάσισε το lock out της αήττητης ομάδας εκείνης τη σεζόν εξαιτίας της αθέτησης του “ακαδημαϊκού συμβολαίου” της, εξωθώντας έτσι στα άκρα το θέμα και αναγκάζοντας τα ΜΜΕ όλων των ΗΠΑ να ασχοληθούν μαζί του. Ο Carter πολεμήθηκε πολύ από όλη την κοινότητα του Richmond για αυτό, όμως στο τέλος, και επειδή (σε αντίθεση με τα όσα λέει η ταινία και στην μόνη σεναριάκή παρέμβαση του Hollywood) είχε την απόλυτη στήριξη του Σχολικού Συμβουλίου και του Διευθυντή του, κατάφερε να περάσει το μήνυμά του και να φέρει όλους τους μαθητές-αθλητές του ξανά στο σωστό μονοπάτι.


carter

Samuel Jackson και Ken Carter στα γυρίσματα της ταινίας. O Carter είχε θέσει ως ειδικό όρο ότι η ταινία θα ήταν όσο ρεαλιστική μπορούσε να γίνει και γι’αυτό ήταν σε παρών σε όλα τα γυρίσματα.


“Έβαλα μία αλυσίδα στην πόρτα του γυμναστηρίου και τους είπα να με συναντήσουν στην βιβλιοθήκη. Εκείνο το διάστημα της σεζόν και οι τρεις ομάδες του σχολείου μας, freshman, varsity και Junior Varsity, ήταν αήττητες και οι μαθητές νόμιζαν ότι ήθελα να τους συγχαρώ. Περίμεναν κάτι άλλο και είδαν κάτι εντελώς διαφορετικό” θα πει ο Carter για το περιστατικό στο περιοδικό του George Fox, του Πανεπιστημίου που αποφοίτησε.


O Ken Carter κατάφερε να “στρώσει” την ζωή πολλών μαθητών από το λύκειο του Richmond, έχοντας ένα εξ ορισμού δύσκολο έργο. Το λύκειο του Richmond βρίσκεται σε μία σχετικά “προβληματική” και δύσκολη κοινότητα. Σύμφωνα με την επίσημη έκθεση του σχολείου, το δυναμικό των μαθητών απαρτίζεται κατά 74% από μαθητές με “κοινωνιοοικονομικές δυσκολίες”, το 54% μπαίνει στο λύκειο μαθαίνοντας ακόμα Αγγλικά, ενώ τέλος ένα ακόμα μεγαλύτερο μέρος (το 76,5%) είναι μέλος της Λατινικής μειονότητας, κάτι που σε γενικότερη βάση, σε αρκετές περιοχές των ΗΠΑ σημαίνει γκέτο, δυσκολίες ενσωμάτωσης και εξωσχολικά προβλήματα. Σαν νούμερα μάλιστα, το Λύκειο του Richmond ακόμα και σήμερα διατηρεί το χαμηλότερο ποσοστό αποφοίτων στην περιφέρεια της Virginia, με το 75,39% των παιδιών να αποφοιτούν εγκαίρως, ενώ μάλιστα 19,53% των μαθητών του σταματάνε τις σπουδές τους εντελώς σε κάποιο σημείο τους.


Στην περίπτωση του lockout, 15 από τους 45 μαθητές που είχαν δεσμευτεί με αυτό το συμβόλαιο είχαν αποτύχει στους στόχους του Carter και αυτοί ήταν για τον προπονητή το Α και το Ω. “Οι κανόνες είναι σκληροί και δεν ήθελαν να αγωνιστούν κάποιοι από τους καλύτερους αθλητές του σχολείου για αυτό το λόγο, όμως εγώ τους τήρησα μέχρι τέλους.” Η επιμονή του κόουτς οδήγησε την ομάδα σε δύο αγώνες χαμένους στα χαρτιά, άλλους δύο αγώνες στους οποίους η ομάδα αγωνίστηκε δίχως προπόνηση και μπόλικη κατακραυγή, όμως στο τέλος, ο αγώνας του να μάθουν την αξία της εκτός του παρκέ και εντός της τάξης πειθαρχίας και σοβαρότητας απέδωσε.


“Τέσσερα βασικά πράγματα θέλαμε να περνάμε στους μαθητές” είχε δηλώσει ο Carter. “Ακεραιότητα, υπευθυνότητα, ότι πρέπει να είσαι ένας εξαιρετικός ακόλουθος πριν γίνεις ένας εξαιρετικός ηγέτης και τέλος ότι όλα έχουν να κάνουν με την ομάδα και την οικογένεια”.


Στις 6 σεζόν που ο Carter δούλεψε στο Λύκειο του Richmond, από το 1997 έως και το 2002, όλοι οι μαθητές του αποφοίτησαν επιτυχώς. Αρκετοί από αυτούς πήραν αθλητικές υποτροφίες σε κολλέγια, ενώ μάλιστα ο Courtney Anderson, μέλος της ομάδας του 1999 στην οποία βασίστηκε και η ταινία, έφτασε μέχρι το NFL, στο οποίο και αγωνίστηκε ως Tight End  για πέντε χρόνια, κυρίως με την φανέλα των Oakland Raiders. Άλλος ένας μαθητής που θα ξέφευγε από την επικίνδυνη γειτονιά του (η οποία του στέρησε μάλιστα και τον αδερφό του, ο οποίος δολοφονήθηκε μόλις στα 20 του) και θα ακολουθούσε καριέρα αθλητή χάρη στον Carter, o Wayne Oliver, αφού γύρισε τον… μισό πλανήτη παίζοντας μπάσκετ, πλέον επέστρεψε στις ΗΠΑ και βρίσκεται δίπλα στον μέντορά του, δίνοντας ομιλίες και γυρνώντας μαζί με τον Carter σχολεία και κολέγια μιλώντας για το νόημα της πειθαρχίας και της προσήλωσης στις αξίες που δίνει το εκπαιδευτικό σύστημα. Στο τέλος της ημέρας, αυτό το μήνυμα της πειθαρχίας, της αλλαγής και της προόδου παρά τις δυσκολίες, ήταν κάτι που δεν έπρεπε να μείνει μόνο στο λύκειο Richmond, ή να τελειώσει με το γύρισμα της ταινίας (στην οποία ο Ken Carter είχε την απόλυτη επίβλεψη σεναριακά), αλλά και να μεταδοθεί και σε όσο περισσότερα παιδιά, φοιτητές ή εργαζόμενους μπορούσαν να το λάβουν, στην νέα – εκτός των γυμναστηρίων – καρίερα του Carter.


“Χρειάζονται τρία πράγματα για να αλλάξεις έναν άνθρωπο. Να του βάλεις κάτι στο χέρι του (ένα συμβόλαιο), κάτι στο κεφάλι του (γνώση) και να τους αγγίξεις την καρδιά.”


– Ken Carter

Wednesday, March 19, 2025


Όταν συνθλίβει ο ουρανός βαρύς στα χαμηλά

Το πνεύμα που στενάχωρο ρίχνεται μες στην πίκρα,

Κι από περίσφιγκτου ορίζοντα κύκλο κυλά

Φως μέρας μαύρο, θλιβερό πιότερο κι από νύχτα,


Όταν η γη σαν μια ειρκτή γίνεται νοτερή,

Όπου η Ελπίδα νυχτερίδα ολόγυρα πετάει

Με τα δειλά φτεράκια της τους τοίχους απωθεί

Και το κεφάλι σ’ οροφές σαθρές καταχτυπάει,


Σαν η βροχή σ’ ατέλειωτες απλώνεται σειρές

Και που κανείς σαν φυλακής κιγκλίδωμα τις νοιώθει

Και πλήθος από βρώμικες αράχνες και βουβές

Τα πλέγματά του έρχεται μες στο μυαλό και κλώθει,


Καμπάνες τότε με μανία ξαφνικά ηχούν

Και πέμπουν στα ουράνια το φρικτό ολολυγμό τους,

Όπως χωρίς πατρίδα, ξένες, οι ψυχές γυρνούν

Και πιάνουν με περίσσιο πείσμα το παράπονό τους.


Μακριά σειρά από φέρετρα και δίχως μουσική

Κάνουν αργή παρέλαση μες στην ψυχή∙ βουρκώνει

Χαμέν’ η Ελπίδα κι η Αγωνία, σκληρή, κυριαρχική,

Φλάμπουρο μαύρο στο σκυφτό κρανίο μου καρφώνει.

Monday, November 27, 2023


Το μόνο που μετράει είναι το πώς εμείς επιλέγουμε να ζήσουμε την ζωή μας.


Ένας από τους σπουδαιότερους Δασκάλους του κόσμου, ο Τζίντου Κρισναμούρτι μας εμπνέει μέσα από τα λόγια σοφίας του. Κάθε εμπόδιο της ζωής, από τις δυσκολίες στις σχέσεις και στον έρωτα, μέχρι το άγχος και τη μοναξιά, αποτελεί μία αφορμή για να ανακαλύψουμε την αλήθεια μέσα μας και να οδηγηθούμε στην πνευματική ισορροπία.


Οι απαντήσεις του μεγάλου φιλοσόφου σε ερωτήματα όπως «Ποιο είναι το νόημα της ζωής;» και «Πώς να ζήσω τη ζωή μου στο έπακρο;» θα σας αποκαλύψουν τον ιδανικό τρόπο να αναγεννηθείτε ψυχικά. Με εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο, ο Κρισναμούρτι μας δείχνει ότι δεν χρειάζεται να ακολουθήσουμε κάποιο συγκεκριμένο μονοπάτι, μία ανώτερη εξουσία ή έναν πνευματικό ηγέτη. Το μόνο που μετράει είναι το πώς εμείς επιλέγουμε να ζήσουμε την ζωή μας, με υπευθυνότητα απέναντι στον εαυτό μας και τους γύρω μας.


Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο του Τζίντου Κρισναμούρτι Εσύ, τι κάνεις με τη ζωή σου; που κυκλοφορεί από την Key Books:


1 Φόβος

— 1 —

Φανεροί και μύχιοι φόβοι

Κυριευόμαστε από φόβους, όχι μονάχα φανερούς αλλά και

μύχιους. Υπάρχει ο φανερός φόβος ότι θα χάσουμε τη δουλειά

μας, ότι δεν θα έχουμε να φάμε, ότι θα χάσουμε τη θέση μας, ο

φόβος για το αφεντικό μας που συμπεριφέρεται άσχημα. Ενδόμυχα, επίσης, έχουμε πολλούς φόβους – τον φόβο ότι δεν

είμαστε ή ότι δεν θα γίνουμε φτασμένοι. τον φόβο του θανάτου, τον φόβο της μοναξιάς, τον φόβο ότι δεν μας αγαπούν, τον φόβο της απόλυτης πλήξης και ούτω καθεξής.


— 2 —

Ο φόβος εμποδίζει την ψυχολογική ελευθερία

Άρα, το πρώτο, το πραγματικά ουσιαστικό πρόβλημά μας είναι

να ελευθερωθούμε απ’ τον φόβο. Ξέρετε τι κάνει ο φόβος; Σκοτεινιάζει τον νου. Αμβλύνει τον νου. Εξαιτίας του φόβου υπάρχει

βία. Εξαιτίας του φόβου υπάρχει η λατρεία ενός πράγματος.

— 3 —

Ο φυσικός φόβος είναι ζωώδης αντίδραση

Κατ’ αρχάς, υπάρχει o φυσικός φόβος που είναι ζωώδης αντίδραση. Ένα σημαντικό μέρος της δομής του εγκεφάλου μας το

έχουμε κληρονομήσει απ’ τα ζώα. Τούτο έχει επαληθευτεί επιστημονικά. Δεν είναι θεωρία, είναι γεγονός. Τα ζώα είναι βίαια

– όπως κι οι άνθρωποι. Τα ζώα είναι λαίμαργα, τους αρέσει να

μένουν ευχαριστημένα, τους αρέσει να τα φροντίζουν, θέλουν τη

βολή τους – όπως κι οι άνθρωποι. Τα ζώα είναι αδηφάγα, ανταγωνιστικά – όπως κι οι άνθρωποι. Τα ζώα ζουν σε ομάδες – κι

οι άνθρωποι, επίσης, θέλουν να λειτουργούν σε ομάδες. Τα ζώα

έχουν κοινωνική δομή – όπως κι οι άνθρωποι. Μπορούμε να συνεχίσουμε με επιπλέον λεπτομέρειες. Ωστόσο, αυτά αρκούν για

να αντιληφθούμε ότι ένα μεγάλο μέρος μας παραμένει ζωώδες.

— 4 —

Μπορούμε να απαλλαγούμε απ’ τη ζωώδη

και πολιτισμική διαμόρφωσή μας;

Είμαστε, άραγε, ικανοί όχι μονάχα να απαλλαγούμε απ’ τη

ζωώδη

διαμόρφωσή μας, αλλά να πάμε ακόμα παραπέρα και

να ανακαλύψουμε –να μη διερωτηθούμε απλώς στα λόγια,

αλλά όντως να ανακαλύψουμε– αν ο νους μπορεί να ξεπεράσει τη διαμόρφωση που δέχτηκε απ’ την κοινωνία, την κουλτούρα στην οποία μεγάλωσε; Για να ανακαλύψουμε, ή για να

βρούμε μπροστά μας, κάτι που είναι εντελώς διαφορετικό,

πρέπει να έχουμε απαλλαγεί απ’ τον φόβο.

— 5 —

Ο φυσικός φόβος που προστατεύει

το σώμα είναι νοημοσύνη.

Ο ψυχολογικός φόβος είναι το πρόβλημα

Είναι αυτονόητο ότι η αντίδραση αυτοπροστασίας δεν είναι

φόβος. Χρειαζόμαστε τροφή, ρούχα και στέγη – όλοι μας, όχι

μόνο οι πλούσιοι, όχι μόνο οι υψηλόβαθμοι. Όλοι τα χρειαζόμαστε, και τη λύση γι’ αυτό δεν πρόκειται να τη βρουν οι πολιτικοί. Οι πολιτικοί διαίρεσαν τον κόσμο σε χώρες, όπως είναι

για παράδειγμα η Ινδία, καθεμιά με τη δική της ανεξάρτητη

κυβέρνηση, με τον δικό της στρατό κι όλες τις δηλητηριώδεις

κουταμάρες του εθνικισμού. Μόνο ένα πολιτικό ζήτημα υπάρχει κι αυτό έχει να κάνει με την ενότητα της ανθρωπότητας. Και

η ενότητα δεν θα επέλθει με το να γαντζώνεστε απ’ την εθνικότητά σας, απ’ τις ασήμαντες διαχωριστικές γραμμές σας…

Όταν καίγεται το σπίτι σου, κύριε, δεν μιλάς για τον άνθρωπο

που φέρνει νερό, δεν μιλάς για το χρώμα των μαλλιών του αν-

θρώπου που έβαλε φωτιά στο σπίτι, αλλά κουβαλάς νερό. Ο

εθνικισμός χώρισε τους ανθρώπους, όπως τους έχει χωρίσει,

επίσης, η θρησκεία, και τόσο το εθνικιστικό πνεύμα όσο και τα

θρησκευτικά πιστεύω δίχασαν τους ανθρώπους, έστρεψαν τον

έναν εναντίον του άλλου. Κι είναι φανερό γιατί συνέβη αυτό.

Επειδή όλοι θέλουμε να ζούμε στον μικρόκοσμό μας.

Γι’ αυτό, λοιπόν, χρειάζεται κανείς να απαλλαγεί απ’ τον

φόβο, κι αυτό είναι από τα πιο δύσκολα πράγματα. Οι περισσότεροι δεν έχουμε επίγνωση ούτε του φόβου μας ούτε του τι

φοβόμαστε. Κι αν γνωρίζουμε τι φοβόμαστε, δεν ξέρουμε τι να

κάνουμε. Έτσι, δραπετεύουμε από αυτό που είμαστε, δηλαδή

από τον φόβο. κι αυτό στο οποίο καταφεύγουμε ενισχύει τον

φόβο. Και αναπτύξαμε, δυστυχώς, ένα δίκτυο αποδράσεων.

— 6 —

Η αρχή του φόβου

Πώς προκύπτει ο φόβος – ο φόβος του αύριο, ο φόβος της

απόλυσης, ο φόβος του θανάτου, ο φόβος της αρρώστιας, ο

φόβος του πόνου; Ο φόβος υποδηλώνει τη διαδικασία μιας

σκέψης για το μέλλον ή για το παρελθόν. Φοβάμαι το αύριο,

τι μπορεί να συμβεί. Φοβάμαι τον θάνατο. είναι μακριά ακόμα,

αλλά εγώ τον φοβάμαι. Λοιπόν, τι προκαλεί τον φόβο; Ο φόβος πάντοτε υπάρχει σε συνάρτηση με κάτι άλλο. Ειδάλλως,

δεν υπάρχει. Επομένως, φοβάται κανείς το αύριο ή το τι έγινε

ή τι θα γίνει. Τι προκάλεσε τον φόβο; Μήπως η σκέψη;

— 7 —

Η σκέψη είναι η αρχή του φόβου

Επομένως, η σκέψη γεννά φόβο. Σκέφτομαι ότι χάνω τη δουλειά μου ή ότι μπορεί να χάσω τη δουλειά μου και η σκέψη

μού προκαλεί φόβο. Άρα η σκέψη πάντοτε προβάλλεται στον

χρόνο, επειδή η σκέψη είναι χρόνος. Σκέφτομαι την αρρώστια

που πέρασα και δεν μου αρέσει ο πόνος, και τρέμω ότι θα αρχίσω να πονώ πάλι. Έζησα τον πόνο. το να τον σκέφτομαι και

να μην τον θέλω δημιουργεί φόβο. Ο φόβος έχει άμεση σχέση

με την ηδονή. Η ηδονή κατευθύνει τους περισσότερους από

μας. Για μας, όπως συμβαίνει και με τα ζώα, η ικανοποίηση

είναι ζήτημα υψίστης σημασίας και μέρος της σκέψης. Όταν

σκέφτομαι κάτι που απόλαυσα, εντείνεται η ικανοποίηση. Έτσι

δεν είναι; Tο έχετε προσέξει; Είχατε μια απολαυστική εμπειρία

–ένα όμορφο ηλιοβασίλεμα ή κάνατε σεξ– και τη σκέφτεστε.

Η σκέψη εντείνει την ικανοποίηση, όπως η σκέψη του πόνου

που υποφέρατε γεννά φόβο. Άρα η σκέψη φέρνει ηδονή και

φόβο. Έτσι δεν είναι; Επομένως, η σκέψη ευθύνεται για τη

διεκδίκηση,

και την παράταση, μιας απόλαυσης. και η σκέψη

ευθύνεται, επίσης, για την καλλιέργεια του φόβου, για τη δημιουργία του φόβου. Είναι φανερό. Μιλάμε για ένα αδιαμφισβήτητο πειραματικό δεδομένο.

Τότε αναρωτιέται κανείς: «Είναι δυνατόν να μη σκεφτόμαστε μια απόλαυση ή τον πόνο; Είναι δυνατόν να σκεφτόμαστε

μόνο όποτε χρειάζεται και ποτέ άλλοτε;» Κύριε, όταν είστε σε

ένα γραφείο, όταν δουλεύετε σε μια δουλειά, η σκέψη είναι

απαραίτητη. ειδάλλως, δεν θα μπορούσατε να κάνετε τίποτα.

Όταν μιλάτε, όταν γράφετε, όταν κουβεντιάζετε, όταν πηγαίνετε στο γραφείο, η σκέψη είναι απαραίτητη. Τότε πρέπει να λειτουργεί με ακρίβεια, με αντικειμενικότητα. Σε τέτοιες περιπτώσεις τη σκέψη δεν πρέπει να την κατευθύνουν οι προδιαθέσεις,

οι τάσεις. Τότε η σκέψη είναι απαραίτητη. Είναι, όμως, η σκέψη

απαραίτητη σε οποιονδήποτε άλλον τομέα δραστηριότητας;

Σας παρακαλώ, παρακολουθήστε το αυτό. Η σκέψη μάς είναι πολύ σημαντική. είναι το μοναδικό εργαλείο μας. Η σκέψη

είναι η απόκριση της μνήμης, την οποία συσσωρεύσαμε μέσω της εμπειρίας, μέσω της γνώσης, μέσω της παράδοσης. και η μνήμη

είναι αποτέλεσμα του χρόνου, κληρονομιά απ’ τα ζώα. Με τούτο

το υπόβαθρο αντιδράμε. Τούτη η αντίδραση είναι ο συλλογισμός. Η σκέψη είναι αναγκαία σε ορισμένους τομείς. Όμως όταν

η σκέψη προβάλλεται ψυχολογικά ως μέλλον και παρελθόν, τότε

προκαλεί φόβο αλλά και ηδονή. κατά τη διαδικασία αυτή ο νους

αμβλύνεται, με αποτέλεσμα να είναι αναπόφευκτη η αδράνεια.

Κύριε, ο φόβος, όπως προείπαμε, προκαλείται απ’ τη σκέψη – τη

σκέψη ότι θα χάσω τη δουλειά μου, τη σκέψη ότι η σύζυγός μου

θα φύγει με άλλον, τη σκέψη του θανάτου, τη σκέψη όσων έχουν

προηγηθεί και ούτω καθεξής. Άραγε, είναι δυνατόν να σταματήσει η σκέψη να σκέφτεται το παρελθόν ή το μέλλον με τρόπο

ψυχολογικό, αυτοπροστατευτικό;

— 8 —

Προσοχή δίχως κέντρο

Κατά συνέπεια, αναρωτιέται κανείς: «Είναι δυνατόν να πάψουν οι σκέψεις ώστε να ζει κανείς τη ζωή του συνολικά, πλήρως;» Έχετε προσέξει ποτέ πως όταν δείχνετε απόλυτη προσοχή, όταν δίνετε την προσοχή σας ολοκληρωτικά κάπου, παύει

να υπάρχει ο παρατηρητής και κατά συνέπεια ο σκεπτόμενος,

παύει να υπάρχει το κέντρο απ’ το οποίο παρατηρείτε;

— 9 —

Η προσοχή βάζει τέλος στον φόβο

Όταν δίνετε την απόλυτη και ολοκληρωτική προσοχή σας,

δεν υπάρχει κανένας παρατηρητής. Ο παρατηρητής προκαλεί

φόβο διότι ο παρατηρητής είναι το επίκεντρο της σκέψης. είναι το «εγώ», το «εγώ ο ίδιος», ο εαυτός, το «δικό μου». Ο παρατηρητής είναι ο λογοκριτής. Όταν δεν υπάρχει καμία σκέψη,

δεν υπάρχει κανένας παρατηρητής. Τούτη η κατάσταση δεν

είναι μια κενή κατάσταση. Απαιτεί πολλή διερεύνηση – δίχως

να δέχεστε ποτέ τίποτα.

— 10 —

Η αιτία κάθε φόβου

Η εξάρτηση από πράγματα, από ανθρώπους ή από ιδέες γεννά

φόβο. η εξάρτηση αναφύεται απ’ την άγνοια, απ’ την έλλειψη

αυτογνωσίας, απ’ την εσωτερική ένδεια. Ο φόβος προκαλεί

αβεβαιότητα στη σχέση νου και καρδιάς, βάζει εμπόδια στην

επικοινωνία και στην κατανόηση. Μέσω της αυτεπίγνωσης αρχίζουμε να ανακαλύπτουμε, κι έτσι να κατανοούμε, το αίτιο του

φόβου, τόσο του επιφανειακού όσο και του βαθύτερου αιτιώδους και συσσωρευμένου φόβου. Ο φόβος είναι και έμφυτος

και επίκτητος. συνδέεται με το παρελθόν, και για να απαλλαγεί

η σχέση σκέψης και συναισθήματος από αυτόν, πρέπει να γίνει

κατανοητό το παρελθόν διά μέσου του παρόντος. Το παρελθόν

θέλει αδιαλείπτως να γεννά το παρόν, το οποίο γίνεται η αναγνωρίσιμη ανάμνηση του «εγώ» και του «δικού μου», του «εγώ

ο ίδιος». Ο εαυτός είναι η πηγή όλων των φόβων.__

Wednesday, May 24, 2023

 Και να που φτάσαμε εδώ

χωρίς αποσκευές

μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι.

Κι εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο

φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες

ούτε ένα κεφάλαιο να γράψεις ακόμα.

Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο

ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα

που μυρίζει η γη…

Βέβαια αγάπησε τα ιδανικά της ανθρωπότητας,

αλλά τα πουλιά

πετούσαν πιο πέρα.

Σκληρός, άκαρδος κόσμος,

που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα

πάνω απ’ το δέντρο που βρέχεται.

Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα

για να πεθαίνουν κι αλλού και την απληστία

για να μένουν νεκροί για πάντα.

Αλλά καθώς βραδιάζει

ένα φλάουτο κάπου

ή ένα άστρο συνηγορεί για όλη την ανθρωπότητα.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα

που μυρίζει η γη…

Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,

μου ’ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες.

Φοράω το σακάκι του πατέρα

κι έτσι είμαστε δυο,

κι αν κάποτε μ’ άκουσαν να γαβγίζω

ήταν για να δώσω

έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο.

Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη

μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί

σαν ένα τραγούδι, που καθώς βρέχει

παίρνει το μέρος των φτωχών.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα

που μυρίζει η γη…

Όσο για μένα, έμεινα πάντα ένας πλανόδιος πωλητής αλλοτινών πραγμάτων,

αλλά… αλλά ποιος σήμερα ν’ αγοράσει ομπρέλες από αρχαίους κατακλυσμούς.

Αλλά μια μέρα δεν άντεξα.

Εμένα με γνωρίζετε, τους λέω.

Όχι, μου λένε.

Έτσι πήρα την εκδίκησή μου και δε στερήθηκα ποτέ τους μακρινούς ήχους.

Κι ύστερα στο νοσοκομείο που με πήγαν βιαστικά…

Τι έχετε, μου λένε.

Εγώ; Εγώ τίποτα, τους λέω. Μόνο πέστε μου γιατί μας μεταχειρίστηκαν,

μ’ αυτόν τον τρόπο.

Το βράδυ έχω βρει έναν ωραίο τρόπο να κοιμάμαι.

Τους συγχωρώ έναν-έναν όλους.

Άλλοτε πάλι θέλω να σώσω την ανθρωπότητα,

αλλά εκείνη αρνείται.

Κύριε, αμάρτησα ενώπιόν σου, ονειρεύτηκα πολύ

(…) Έτσι ξέχασα να ζήσω.

Μόνο καμιά φορά μ’ ένα μυστικό που το ’χα μάθει από παιδί,

ξαναγύριζα στον αληθινό κόσμο, αλλά εκεί κανείς δε με γνώριζε.

Σαν τους θαυματοποιούς που όλη τη μέρα χάρισαν τα όνειρα στα παιδιά

και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί κι απ’ τους αγγέλους.

Ζήσαμε πάντοτε αλλού.

Και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο

κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα

που μυρίζει η γη…

Δωσ’ μου το χέρι σου…

Δωσ’ μου το χ’ερι σου…

Τάσος Λειβαδίτης

Saturday, January 21, 2023


Η Αγάπη δεν είναι προσκόλληση. Η αγάπη δε φέρει πόνο. Η αγάπη δεν έχει απελπισία ή ελπίδα. Η αγάπη δεν μπορεί να γίνει κάτι αξιοσέβαστο, μέρος της κοινωνικής τάξης. Όλα τα βάσανα ξεκινάνε από το ότι δεν υπάρχει αγάπη.



Το να έχουμε δικό μας κάποιον και κάποιος να μας έχει δικό του, θεωρείτε σαν μια μορφή αγάπης. Αυτή η ακατανίκητη δύναμη να έχουμε κάτι δικό μας, ένα πρόσωπο ή ένα κομμάτι γης, δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της κοινωνίας και των περιστάσεων, αλλά και κάτι που ξεπηδάει από μια πολύ πιο βαθιά πηγή.


Έρχεται από τα βάθη της μοναξιάς. Ο καθένας από μας προσπαθεί να γεμίσει αυτήν τη μοναξιά με διαφορετικούς τρόπους: ποτό, οργανωμένη θρησκεία, πίστη, κάποια μορφή δραστηριότητας και τα παρόμοια. Όλα αυτά είναι φυγές, αλλά εκείνη βρίσκεται πάντα εκεί.


Το να αφοσιωθεί κανείς σε κάποια οργάνωση, σε κάποια πίστη ή δραστηριότητα, σημαίνει ότι κατέχεται αρνητικά απ’ αυτά, ενώ θεωρείται θετικό να κατέχεις εσύ. Το να κάνεις το καλό, το προσπαθείς ν’αλλάξεις τον κόσμο είναι -αρνητική ή θετική- κατοχή, είναι δήθεν αγάπη. Γιατί το να ελέγχεις κάποιον, να αλλάξεις κάποιον στο όνομα της αγάπης δεν είναι τιποτ’ άλλο από την ακατανίκητη ορμή τού να κατέχεις την ορμή να βρεις σιγουριά, ασφάλεια σε κάποιον και να βολευτείς. Το να ξεφεύγεις από τον εαυτό σου μέσω κάποιου άλλου, μέσω κάποιας δραστηριότητας, οδηγεί κατευθείαν σε προσκόλληση. Σε τούτη την προσκόλληση υπάρχει θλίψη και απελπισία κι απ’ αυτό βγαίνει η αντίδραση του να θέλεις να αποκολληθείς. Από τούτη την αντίθεση προσκόλλησης και προσπάθειας αποκόλλησης, γεννιούνται σύγκρουση και απογοήτευση.



Δεν υπάρχει φυγή από τη μοναξιά. Η μοναξιά είναι ένα γεγονός και η φυγή από τα γεγονότα φέρνει σύγχυση και πόνο.


Το να μην κατέχεις τίποτα, όμως, είναι εκπληκτική κατάσταση. Να μην έχεις στην κατοχή σου ούτε καν μια ιδέα, να μην εμπλέκεσαι με πρόσωπα ή πράγματα. Όταν η ιδέα, η σκέψη ριζώσει, έχει ήδη γίνει ιδιοκτησία και τότε ο πόλεμος για απελευθέρωση αρχίζει. Κι αυτή η ελευθερία δεν είναι καν ελευθερία, είναι μόνο μια αντίδραση. Οι αντιδράσεις ριζώνουν και οι ζωές μας είναι το έδαφος όπου αναπτύσσονται οι ρίζες. Το να κόψεις όλες τις ρίζες, τη μία μετά την άλλη, είναι ψυχολογικός παραλογισμός. Δεν μπορεί να γίνει.


Αρκεί να δει κανείς το γεγονός της μοναξίας κι όλα τα άλλα θα σβήσουν μόνα τους.


Τζίντου Κρισναμούρτι

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


Πηγή: quantumnaut.blogspot.gr

Sunday, December 25, 2022


Ο άνθρωπος μέσα στους αιώνες αναζητούσε πάντα κάτι πέρα από τον εαυτό του, κάτι πέρα από την υλική του καλοπέραση - κάτι που το ονομάζουμε ή Θεό ή πραγματικότητα, μια κατάσταση πέρα από το χρόνο, κάτι που δεν μπορεί να κλονιστεί από τις περιστάσεις, από τη σκέψη ή την ανθρώπινη διαφθορά.


Ο άνθρωπος από πάντα είχε το ερώτημα: Τελικά τι συμβαίνει; Έχει η ζωή κανένα νόημα; Βλέπει την τεράστια σύγχυση της  ζωής, τις βαρβαρότητες, τις επαναστάσεις, τους πολέμους, τις ατέλειωτες διχόνοιες των θρησκειών, των ιδεολογιών και του εθνικισμού και με μια αίσθησης βαθιάς και σταθερής απογοήτευσης αναρωτιέται τι πρέπει να κάνει, τι είναι αυτό που ονομάζουμε ζωή, υπάρχει τίποτα πέρα απ' αυτό;


Και μη βρίσκοντας αυτό το ακαθόριστο πράγμα με τα χίλια ονόματα, που πάντα έψαχνε, ανέπτυξε την πίστη - πίστη σε κάποιο σωτήρα ή σε ένα ιδανικό - και η πίστη γεννά πάντα βία.


Σε αυτή την αδιάκοπη πάλη που ονομάζουμε ζωή, προσπαθούμε να δημιουργήσουμε έναν


κώδικα συμπεριφοράς , σύμφωνα με την κοινωνία στην οποία έχουμε μεγαλώσει, είτε αυτή είναι μια κομμουνιστική κοινωνία, είτε η αποκαλούμενη ελεύθερη κοινωνία. Αποδεχόμαστε ένα πρότυπο συμπεριφοράς σαν κομμάτι από την παράδοσή μας  σαν ινδουιστές, μουσουλμάνοι, χριστιανοί ή οτιδήποτε έχει τύχει να 'μαστε.


Στηριζόμαστε σε κάποιον που μας λέει ποια συμπεριφορά είναι σωστή και ποια όχι, ποια σκέψη είναι σωστή και ποια όχι, και ακολουθώντας αυτό το πρότυπο η συμπεριφορά και η σκέψη μας γίνονται μηχανικές, οι αντιδράσεις μας αυτόματες. Μπορούμε να το παρατηρήσουμε αυτό πολύ εύκολα στον εαυτό μας.


Για αιώνες, παίρνουμε μασημένη τροφή από τους δασκάλους μας, από την εξουσία, από τα βιβλία μας, τους αγίους μας. Λέμε "Πες μου τα όλα - τι είναι πίσω από τους λόφους, τα βουνά και τη γη". Και είμαστε ευχαριστημένοι με τις περιγραφές τους, που σημαίνει ότι ζούμε με λέξεις και η ζωή μας είναι ρηχή και άδεια. Είμαστε άνθρωποι από "δεύτερο χέρι". Ζούμε πάνω σ' αυτό που μας έχουν πει είτε οδηγημένοι από τις κλίσεις και τις διαθέσεις μας, είτε υποχρεωμένοι να το δεχτούμε από τις περιστάσεις και το περιβάλλον. Είμαστε το αποτέλεσμα επιρροών κάθε είδους και δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο σε μας, τίποτα που να ΄χουμε ανακαλύψει για τους εαυτούς μας. Τίποτα πρωτογενές, αγνό, καθαρό.


Ο Βασανισμένος Νους

Καθ' όλη τη διάρκεια της θεολογικής ιστορίας, μέχρι και σήμερα, οι διάφοροι θρησκευτικοί αρχηγοί μας διαβεβαιώνουν ότι αν εκτελούμε κάποιες τελετουργίες, αν επαναλαμβάνουμε ορισμένες προσευχές ή μάντρα, αν προσαρμοστούμε σε συγκεκριμένα πρότυπα, αν καταπνίξουμε τις επιθυμίες μας, αν ελέγξουμε τις σκέψεις μας, αν εξαγνίσουμε το πάθος μας, αν περιστείλουμε τις ορμές μας και συγκρατηθούμε από τις σεξουαλικές απολαύσεις, τότε θα βρούμε μετά από αρκετή τυραννία του μυαλού και του σώματος, κάτι πίσω απ' αυτή τη μικρή ζωή. Και αυτό είναι που έχουν κάνει εκατομμύρια από τους επονομαζόμενους θρησκευόμενους ή ευσεβείς ανθρώπους μέσα στους αιώνες: είτε με απομόνωση -φεύγοντας για την έρημο ή για κάποιο βουνό ή σπηλιά, περιπλανώμενοι από χωριό σε χωριό ζητιανεύοντας  - είτε μαζί σε ομάδες, μονάζοντας σε κάποιο μοναστήρι, εξαναγκάζοντας τη σκέψη τους να συμμορφώνεται σ' ένα καθορισμένο πρότυπο. Αλλά ένα βασανισμένο μυαλό, ένα διαλυμένο μυαλό, ένα μυαλό που θέλει να ξεφύγει απ' όλη αυτή τη τρικυμία, που έχει αρνηθεί τον έξω κόσμο και έχει γίνει ηλίθιο από την πειθαρχία και την υπακοή - ένα τέτοιο μυαλό, όσο κι αν ψάχνει θα ανακαλύπτει μόνο σύμφωνα με τη δική του παραμόρφωση.

Έτσι λοιπόν, για να βρει κάποιος το αν πραγματικά υπάρχει ή όχι κάτι πίσω από αυτήν την ανήσυχη ένοχη, φοβισμένη, ανταγωνιστική του ύπαρξη, νομίζω ότι θα πρέπει να έχει έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο προσέγγισης.

Η Παραδοσιακή Προσέγγιση

Η παραδοσιακή προσέγγιση ξεκινάει από την περιφέρεια προς τα μέσα, για να φτάσει μετά από καιρό, μέσα από την εξάσκηση και στέρηση, σιγά σιγά στο εσωτερικό λουλούδι, στη βαθύτερη εσωτερική ομορφιά και αγάπη - για να κάνει στην πραγματικότητα τα πάντα που θα κάνουν τον άνθρωπο στενόμυαλο, μικροπρεπή και χωρίς αξία. Ξεφλουδίζοντας σιγά σιγά. Χωρίς βιασύνη. Και αύριο καλά είναι. Και στην άλλη ζωή καλά είναι. Και όταν επιτέλους φτάσει κάποιος στον πυρήνα ανακαλύπτει ότι δεν υπάρχει τίποτα εκεί πέρα, γιατί το μυαλό του έχει γίνει πλέον ανίκανο, ηλίθιο, χωρίς καθόλου ευαισθησία.


Παρατηρώντας αυτή τη πορεία , αναρωτιέται κανείς μήπως υπάρχει ένας τελείως διαφορετικός τρόπος προσέγγισης - δηλαδή , μήπως γίνεται να ξεκινήσουμε από τον πυρήνα;

Ο κόσμος παραδέχεται και ακολουθεί την παραδοσιακή προσέγγιση, Η πρώτη και βασική αιτία που δημιουργεί αναστάτωση είναι η αναζήτηση μιας αλήθειας που μας έχει υποσχεθεί κάποιος άλλος: Ακολουθούμε μηχανικά κάποιον που θα μας διαβεβαιώσει για μια άνετη πνευματική ζωή. Είναι εκπληκτικό το ότι αν και οι περισσότεροι από εμάς είναι αντίθετοι στην πολιτική τυραννία και δικτατορία, δεχόμαστε μέσα μας την εξουσία και την τυραννία κάποιου άλλου που παραμορφώνει το πνεύμα μας και τον τρ΄πο ζωής μας. Έτσι, αν αρνηθούμε  εξ' ολοκλήρου, όχι διανοουμενίστικα - νοητικά, αλλά πραγματικά, όλες αυτές τις επονομαζόμενες πνευματικές αυθεντίες , όλες τις τελετές, τις ιεροτελεστίες και τα δόγματα, σημαίνει ότι στεκόμαστε στα δικά μας πόδια και ήδη είμαστε σε σύγκρουση με την κοινωνία. Σταματάμε να είμαστε αξιοσέβαστοι. Γιατί ένας αξιοσέβαστος άνθρωπος δεν μπορεί με τίποτα να πλησιάσει σ' αυτή την απέραντη χωρίς μέτρο αλήθεια.

Έχετε τώρα ξεκινήσει έχοντας αρνηθεί κάτι που είναι τελείως λανθασμένο - την παραδοσιακή προσέγγιση - αλλά αν την αρνηθείτε σαν αντίδραση θα έχετε δημιουργήσει ένα άλλο πρότυπο μέσα στο οποίο θα παγιδευτείτε. Αν πείτε στους εαυτούς σας διανοητικά ότι αυτή η άρνηση είναι μια πολύ καλή ιδέα αλλά δεν κάνετε τίποτα γι' αυτό, δεν μπορείτε να προχωρήσετε καθόλου. Αν όμως την αρνηθείτε, επειδή καταλαβαίνετε πραγματικά τη βλακεία και την ανωριμότητα της, αν την αρνηθείτε με την ευστροφία σας επειδή είστε ελεύθεροι και όχι φοβισμένοι, θα δημιουργήσετε μια μεγάλη ταραχή στον εαυτό σας και τους γύρω σας αλλά θα βγείτε έξω από την παγίδα του "αξιοσέβαστου". Τότε θα ανακαλύψετε ότι δεν επιζητάτε άλλο πια. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να μάθει κανείς - να μην επιζητά. Όταν επιζητάς κάνεις το ίδιο όπως όταν χαζεύεις τις βιτρίνες των μαγαζιών.

 Το ανθρώπινο Ον και το Άτομο

Το ερώτημα για το κατά  πόσο υπάρχει ή όχι Θεός, ή αλήθεια, ή πραγματικότητα, ή όπως αλλιώς σας αρέσει να το ονομάζετε, δεν μπορεί ποτέ να απαντηθεί από βιβλία, ιερείς , φιλοσόφους ή σωτήρες. Κανένας και τίποτα δεν μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα αυτό εκτός από τον εαυτό σας και γι αυτό είναι που πρέπει να γνωρίζετε τους εαυτούς σας. Η ανωριμότητα υπάρχει μόνο στην ολοκληρωτική άγνοια του εαυτού. Το να καταλάβεις τον εαυτό σου είναι η αρχή της σοφίας.

Και τι είναι ο εαυτός σου, αυτό το ιδιαίτερο εσύ; Νομίζω πως υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στο ανθρώπινο ον και στο άτομο, Το άτομο είναι μια τοπική οντότητα που ζει σε μια συγκεκριμένη χώρα, ανήκει σε έναν συγκεκριμένο πολιτισμό, συγκεκριμένη κοινωνία, συγκεκριμένη θρησκεία. Το ανθρώπινο ον δεν καθορίζεται τοπικά. Είναι παντού. Αν το άτομο λειτουργεί απλώς σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο μέσα στο τεράστιο πεδίο της ζωής, τότε η ενέργειά του είναι εντελώς άσχετη με το όλο. Και πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι μιλάμε για το όλον, όχι για το επιμέρους,γιατί στο πολύ περιέχεται το΄λίγο, ενώ στο λίγο δεν περιέχεται το πολύ. Το άτομο είναι μια μικ΄ρη, εξαρτημένη, μίζερη, απογοητευμένη οντότητα. ευχαριστημένη με τους μικρούς θεούς της και τις μικρές της παραδόσεις , ενώ το ανθρώπινο ον ενδιαφέρεται για την ολική ευτυχία, την ολική δυστυχία και την ολική σύγχυση του κόσμου..

Η Πάλη της Ύπαρξης



 Εμείς τα ανθρώπινα όντα είμαστε αυτό που ήμασταν εδώ και εκατομμύρια χρόνια - όντα άπληστα, φθονερά, επιθετικά, ζηλιάρικα, αγχωμένα και απελπισμένα με περιστασιακές αναλαμπές χαράς και τρυφερότητας. Είμαστε ένα περίεργο μείγμα από μίσος, φόβο και ευγένεια. Είμαστε μαζί βία και ειρήνη. Έχει γίνει επιφανειακή πρόοδος από την βοϊδάμαξα ως το αεροπλάνο τζετ, αλλά ψυχολογικά το άτομο δεν έχει αλλάξει καθόλου, και παντού στον κόσμο η δομή της κοινωνίας έχει δημιουργηθεί από άτομα.

Η εξωτερική κοινωνική δομή είναι αποτέλεσμα της εσωτερικής ψυχολογικής δομής των ανθρώπινων σχέσεων μας, για το  άτομο είναι το αποτέλεσμα της ολικής εμπειρίας, γνώσης και συμπεριφορά του ανθρώπου. Καθένας από μας είναι η "αποθήκη" όλου του παρελθόντος. Το άτομο είναι το ανθρώπινο ον που έχει μέσα του όλη την ανθρωπότητα. Όλη η ιστορία του ανθρώπου είναι γραμμένη μέσα μας.

Παρατηρήστε καλά τι γίνεται πραγματικά και μέσα στον εαυτό σας και έξω απ' αυτόν στον ανταγωνιστικό πολιτισμό που ζείτε, με τις απαιτήσεις του για δύναμη, θέση, γόητρο, όνομα, επιτυχία και όλα τα υπόλοιπα - παρατηρήστε τα επιτεύγματα για το οποία είστε τόσο περήφανοι, όλο αυτό το χώρο που ονομάζετε ζωή, όπου υπάρχει σύγκρουση κάθε μορφής σχέσης, που γεννάει μίσος, ανταγωνισμό, βαρβαρότητα και ατέλειωτους πολέμους.

Αυτό το χώρο, αυτή τη ζωή, είναι τα μόνα που ξέρουμε, και όντας ανίκανοι να καταλάβουμε την τρομερή αυτή πάλη ύπαρξης, είναι φυσικό να φοβόμαστε και να δραπετεύουμε απ' αυτήν με όλων των ειδών τους επιδέξιους τρόπους. Και τρομάζουμε επίσης από το άγνωστο. Τρομάζουμε από το θάνατο. Φοβόμαστε τι θα φέρει το αύριο. Έτσι λοιπόν, φοβόμαστε και το άγνωστο. Αυτή είναι η καθημερινή μας ζωή και σ' αυτή δεν υπάρχει ελπίδα, και άρα κάθε είδος φιλοσοφίας, κάθε είδος θεολογικής έννοιας, είναι απλώς και μόνο φυγή από την πραγματική αλήθεια, από εκείνο που είναι.

Η βασική Φύση του Ανθρώπου - Ευθύνη

 Όλες οι εξωτερικές μορφές αλλαγής που επιφέρονται από πολέμους επαναστάσεις, μεταρρυθμίσεις, νόμους και ιδεολογίες έχουν αποτύχει εντελώς ν' αλλάξουν τη βασική φύση του ανθρώπου και επομένως τη κοινωνία.

Σαν ανθρώπινα όντα που ζούμε σ' αυτόν τον τερατόμορφο, άσχημο κόσμο, ας ρωτήσουμε τους εαυτούς μας, μπορεί αυτή η κοινωνία που είναι βασισμένη στον ανταγωνισμό, τη βαρβαρότητα και το φόβο να σταματήσει να 'ναι έτσι; Όχι σαν κάτι το θεωρητικό, όχι σαν ελπίδα, αλλά σαν πραγματικό γεγονός, έτσι που το πνεύμα να γίνει φρέσκο καινούργιο και καθαρό και να μπορεί να δημιουργήσει έναν διαφορετικό κόσμο; Εγώ νομίζω ότι αυτό μπορεί να συμβεί, μόνο αν ο καθένας από εμάς παραδεχτεί το βασικό γεγονός ότι εμείς σαν άτομα, σαν ανθρώπινα όντα, σ' όποιο μέρος του κόσμου κι αν τυχαίνει να ζούμε, σε οποιοδήποτε πολιτισμό τυχαίνει να ανήκουμε, είμαστε ολοκληρωτικά υπεύθυνοι για την κατάσταση του κόσμου.

Είμαστε ο καθένας μας υπεύθυνος για κάθε πόλεμο, εξαιτίας της επιθετικότητας της δικιάς μας ζωής, του εθνικισμού μας, του εγωισμού μας, των θεών μας των προκαταλήψεων μας, των ιδανικών μας, όλων όσων μας κάνουν να είμαστε διχασμένοι. Και μόνο όταν παραδεχτούμε, όχι διανοητικά αλλά πραγματικά, όσο πραγματικά αναγνωρίζουμε ότι πονάμε ή πεινάμε, ότι εσείς κι εγώ είμαστε υπεύθυνοι γι αυτό το χάος και τη μιζέρια που υπάρχει απ' άκρη σ' άκρη στον κόσμο, γιατί έχουμε συνεισφέρει σ' αυτά στην καθημερινή ζωή μας και είμαστε ένα κομμάτι αυτής της τερατόμορφης κοινωνίας  με τους πολέμους της, τις διχόνοιες, τις ασχήμιες, τις βαρβαρότητες και την απληστία, τότε μόνο θα κάνουμε κάτι.

Αλήθεια

Αλλά τι μπορεί να κάνει ένα ανθρώπινο ον - τι μπορούμε να κάνουμε εσείς κι εγώ για να φτιάξουμε μι εντελώς διαφορετική κοινωνία; Βάζουμε στους εαυτούς μας μια πολύ σοβαρή ερώτηση: Υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε; Τι μπορούμε να κάνουμε; Θα μας το πει κάποιος; Μερικοί μας το έχουν ήδη πει. Οι επονομαζόμενοι πνευματικοί οδηγοί που υποτίθεται ότι καταλαβαίνουν αυτά τα πράγματα καλύτερα από μας , μας έχουν "πει" προσπαθώντας να μας εξαπατήσουν και να μας καλουπώσουν σ' ένα καινούργιο πρότυπο, κι αυτό βέβαια δεν μας έχει πάει και πολύ μακριά. Επιτηδευμένοι και διαβασμένοι δάσκαλοι μας έχουν "πει" αλλά κι αυτοί δεν μας έχουν οδηγήσει μακρύτερα. Μας έχουν πει ότι όλα τα μονοπάτια οδηγούν στην αλήθεια - εσύ έχεις το δικό σου μονοπάτι σαν ινδουιστής και κάποιος άλλος σαν χριστιανός και κάποιος άλλος σαν μουσουλμάνος και όλα συναντιόνται στην ίδια πόρτα - που είναι, αν το κοιτάξεις, τόσο φανερά παράλογο. Η αλήθεια δεν έχει μονοπάτι κι αυτή είναι η ομορφιά της αλήθειας, είναι ζωή. Ένα πεθαμένο πράγμα έχει μονοπάτι για να το φτάσεις γιατί είναι κάτι στατικό, αλλά μόλις δεις ότι η αλήθεια είναι κάτι ζωντανό, κάτι που κινείται, που δεν έχει σταμάτημα, που δεν είναι σε κανέναν ναό, τζαμί ή εκκλησία και που καμία θρησκεία, κανένας δάσκαλος και κανένας φιλόσοφος, κανένας δεν μπορεί να σε οδηγήσει σ' αυτή - τότε θα δεις επίσης ότι αυτό το ζωντανό πράγμα είναι αυτό που πραγματικά είσαι - ο θυμός σου, η βαρβαρότητα σου, η βία σου, η απόγνωση σου, η αγωνία και η θλίψη μέσα στην οποία ζεις. Μέσα στην κατανόηση όλων αυτών βρίσκεται η αλήθεια, και μπορεί να την κατανοήσεις μόνο αν ξέρεις να βλέπεις αυτά τα πράγματα στη ζωή σου. Και δεν μπορείς να βλέπεις μέσα από μια ιδεολογία, ή ένα φίλτρο από λόγια, μέσα οπό ελπίδες και φόβους.

Βλέπετε λοιπόν ότι δεν μπορείτε να εξαρτιέστε από κανέναν. Δεν υπάρχει οδηγός, δάσκαλος, δεν υπάρχει αυθεντία. Υπάρχετε μόνο εσείς - η σχέση σας με τους άλλους στον κόσμο - δεν υπάρχει τίποτα άλλο.

Μόλις το συνειδητοποιήσετε αυτό, είτε θα σας φέρει μεγάλη απελπισία, από την οποία δημιουργείτε κυνισμός και πίκρα, ή αντιμετωπίζοντας το γεγονός ότι εσείς και κανένας άλλος είστε υπεύθυνος για τον κόσμο και τον εαυτό σας, για το τι σκέφτεστε, τι αισθάνεστε, τι ενέργειες κάνετε, όλη η προσήλωση στα προσωπικά σας βάσανα θα φύγει. Συνήθως βιαζόμαστε να ρίξουμε την ευθύνη στους άλλους, που είναι μία από τις μορφές αυτής της προσήλωσης..

 Αλλαγή του Εαυτού - Διασκορπισμός της ενέργειας

Μπορούμε λοιπόν, εσείς κι εγώ να προκαλέσουμε στους εαυτούς μας, χωρίς καμία εξωτερική επίδραση, χωρίς πειθώ, χωρίς κάποιο φόβο τιμωρίας - μπορούμε να προκαλέσουμε στην ίδια ουσία της ύπαρξής μας μια ολική επανάσταση, μια ψυχολογική μεταλλαγή, έτσι ώστε να πάψουμε να είμαστε πλέον βάρβαροι, βίαιοι, ανταγωνιστικοί, αγχώδεις, φοβισμένοι, άπληστοι, φθονεροί κι όλες τις άλλες εκδηλώσεις της φύσης μας με τις οποίες έχουμε χτίσει τη σάπια κοινωνία στην οποία ζούμε καθημερινά;

Είναι σημαντικό να καταλάβετε πρώτα πρώτα ότι δεν διατυπώνω καμιά φιλοσοφική θεωρία ή κανένα θεολογικό οικοδόμημα από ιδέες ή θεολογικές έννοιες. Πιστεύω πως όλες οι ιδεολογίες είναι πέρα για πέρα ηλίθιες. Αυτό που είναι σημαντικό δεν είναι κάποια φιλοσοφία για τη ζωή, αλλά το να παρατηρεί κανείς τι πραγματικά συμβαίνει στη καθημερινή του ζωή, μέσα του κι έξω απ' αυτόν. Αν παρατηρήσετε από πολύ κοντά τι είναι αυτό που συμβαίνει και το εξετάσετε, θα δείτε ότι είναι βασισμένο σε κάποια διανοητική αντίληψη και η διανόηση δεν είναι όλο το πεδίο της ύπαρξης. Είναι ένα κομμάτι, κι ένα κομμάτι, όσο αριστοτεχνικά κι αν συνδέεται, όσο αρχαίο και παραδοσιακό κι αν είναι, παραμένει ένα μικρό μέρος της ύπαρξης, ενώ πρέπει να ασχοληθούμε με την ολότητα της ζωής.

Και όταν κοιτάξουμε και δούμε τι συμβαίνει στον κόσμο, θα αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχει εσωτερική και εξωτερική πορεία. Υπάρχει μόνο μια ενιαία πορεία, μια πλήρης, ολική κίνηση, η εσωτερική κίνηση που εκφράζεται σαν εξωτερική και η εξωτερική που αντιδρά στην εσωτερική. Τα να 'σαι ικανός να δεις, αυτό το πράγμα είναι νομίζω ό,τι χρειάζεται, γιατί αν ξέρουμε τι βλέπουμε, όλα γίνονται πολύ καθαρά, και το να βλέπεις δεν χρειάζεται ούτε φιλοσοφία, ούτε δάσκαλο. Δεν χρειάζεσαι κανέναν να σου πει πως να βλέπεις. Απλώς βλέπεις. Μπορείς τότε, κοιτάζοντας την όλη εικόνα, κοιτάζοντάς την όχι λογικά - επιφανειακά αλλά πραγματικά, μπορείς εύκολα, αυθόρμητα, να μεταμορφώσεις τον εαυτό σου; Αυτό είναι το πραγματικό θέμα. Είναι δυνατό να επιφέρει μια πλήρη επανάσταση στη ψυχή;

Αναρωτιέμαι ποια είναι η αντίδρασή σας σε μια τέτοια ερώτηση. Μπορείτε να πείτε "Δεν θέλω να αλλάξω". Και οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν και πιο πολύ μάλιστα εκείνοι που είναι κάπως ασφαλής κοινωνικά και οικονομικά ή έχουν δογματικές πεποιθήσεις και είναι ευχαριστημένοι να παίρνουν τους εαυτούς τους και τα πράγματα όπως είναι ή με λίγο διαφορετικό τρόπο. Μ' αυτούς τους ανθρώπους δεν έχουμε τίποτα να κάνουμε. Ή μπορείτε να πείτε πιο έξυπνα: "Είναι πολύ δύσκολο, δεν είναι για μένα". Σε αυτή τη περίπτωση θα έχετε ήδη μπλοκάρει τον εαυτό σας, θα έχετε σταματήσει να ερευνάτε και δεν υπάρχει λόγος να προχωρήσετε πιο πέρα.

Ή ακόμα μπορείτε να πείτε "Βλέπω την αναγκαιότητα για μια ουσιαστική εσωτερική αλλαγή του εαυτού μου, αλλά πως μπορώ να το πετύχω; Παρακαλώ, δείξτε μου το δρόμο, βοηθήστε με να το κάνω". Αν πείτε κάτι τέτοιο τότε δεν ενδιαφέρεστε για την ίδια την αλλαγή.  Δεν θέλετε πραγματικά μια ουσιαστική αλλαγή. Απλώς ψάχνετε για τη μέθοδο, για το σύστημα που φέρνει την αλλαγή.

Αν ήμουν αρκετά ανόητος να σας δώσω ένα σύστημα, κι αν ήσαστε το ίδιο ανόητοι να το ακολουθήσετε, τότε μόνο θα αντιγράφατε, θα μυρόσαστε, θα υποτασσόσαστε, θα παραδεχόσαστε. Κι όταν θα τα κάνατε αυτά, θα είχατε δεχτεί για τον εαυτό σας την αυθεντία κάποιου άλλου και από εκείνη τη στιγμή υπάρχει σύγκρουση  μεταξύ του εαυτού σας κι αυτής της αυθεντίας.

Νιώθετε πως πρέπει να κάνετε ένα συγκεκριμένο πράγμα γιατί έτσι σας έχουν πει και παρόλ' αυτά είστε ανίκανοι να το κάνετε.

Έχετε τιςδικές σας κλήσεις, προδιαθέσεις και πιέσεις που συγκρούονται με το σύστημα που θεωρείτε πως πρέπει να ακολουθήσετε και άρα υπάρχει αντίφαση. Έτσι, οδηγήστε σε μια διπλή ζωή, από τη μία στην ιδεολογία του συστήματος και από την άλλη στην πραγματικότητα της αληθινής σας ύπαρξης. Στην προσπάθεια να υποταχτείτε στην ιδεολογία καταπιέζετε τον εαυτό σας - ενώ αυτό που στην πραγματικότητα είναι αλήθεια δεν είναι η ιδεολογία, αλλά αυτό που είστε εσείς. Αν προσπαθήσετε να μάθετε τον εαυτό σας σύμφωνα με κάποιον άλλον, θα παραμείνετε πάντα άνθρωπος από "δεύτερο χέρι".

 Ο άνθρωπος που λέει "θέλω ν' α΄λλάξω, πέστε μου πως" δείχνει πολύ ειλικρινής,πολύ σοβαρός, αλλά δεν είναι. Θέλει μια αυθεντία που ελπίζει ότι θα φέρει σε τάξη τον εαυτό του . Αλλά μπορεί ποτέ μια αυθεντία να φέρει τάξη μέσα μας; Η τάξη που επιβάλλεται απέξω γεννά χωρίς άλλο σύγχυση. Ίσως να καταλαβαίνετε αυτή την αλήθεια διανοητικά αλλά μπορείτε να την εφαρμόσετε πραγματικά, έτσι που ο νους σας να μην προβάλλει καμία αυθεντία, την αυθεντία ενός βιβλίου, ενός δασκάλου, του συζύγου ή της συζύγου, του γονιού, του φίλου, ή της κοινωνίας. Γιατί πάντα λειτουργούμε στο πλαίσια κάποιου πρότυπο και το πρότυπο γίνεται ιδεολογία και αυθεντία, αλλά τη στιγμή που θα δείτε πραγματικά ότι το ερώτημα "πως μπορώ ν' αλλάξω" τοποθετεί αυτόματα μια καινούργια αυθεντία, τότε έχετε ξεφύγει από την παγίδα της αυθεντίας για πάντα.


Ας το ξαναδιατυπώσουμε πιο καθαρά: Βλέπω πως πρέπει ν' αλλάξω εντελώς από τις ρίζες της ύπαρξής μου. Δεν μπορώ άλλο να στηρίζομαι σε καμία παράδοση, γιατί η παράδοση έχει προκαλέσει αυτή τη κολοσσιαία απραξία, ευπείθεια και υποταγή. Δεν μπορώ να ψάχνω για κάποιον που θα με βοηθήσει ν' αλλάξω, ένα δάσκαλο, ένα θεό, μια πίστη ή ένα σύστημα, κάποια εξωτερική πίεση ή επιρροή. Τότε τι γίνεται;


Πρώτα απ' όλα μπορείτε ν' αρνηθείτε κάθε αυθεντία; Αν μπορείτε, σημαίνει ότι δεν είστε πια φοβισμένοι. Τότε τι συμβαίνει; Όταν αρνείστε κάποια πλάνη που κουβαλάτε για γενιές και γενιές, όταν απαλλάσσεστε από οποιοδήποτε βάρος, τότε τι συμβαίνει; Έχετε πιο πολύ ενέργεια, έτσι δεν είναι; Έχετε περισσότερες ικανότητες, μεγαλύτερη δύναμη, μεγαλύτερη ένταση αισθήματος, περισσότερη ζωτικότητα. Αν δε νιώθετε έτσι, τότε δεν έχετε απαλλαχτεί από το φορτίο , δεν έχετε πετάξει από πάνω σας το άχρηστο βάρος της αυθεντίας.


Αλλά όταν το έχετε ξεφορτωθεί κι έχετε αυτήν την ενέργεια στην οποία δεν υπάρχει καθόλου φόβος - φόβος μήπως κάνεις λάθος, φόβος αν γίνεται κάτι σωστό ή όχι - τότε δεν είναι αυτή καθεαυτή η ενέργεια , η αλλαγή, η μετάλλαξη; Χρειαζόμαστε μια τεράστια ποσότητα ενέργειας και τη διασκορπίζουμε μέσα στο φόβο, αλλά όταν υπάρχει αυτή η ενέργεια που έρχεται όταν απαλλασσόμαστε από κάθε είδος φόβου, αυτή η ενέργεια από μόνη της γεννά αυτή τη ριζική εσωτερική επανάσταση. Δεν έχετε να κάνετε το παραμικρό γι' αυτήν.


Έτσι, έχετε μείνει μόνος με τον εαυτό σας κι αυτή είναι η πραγματική κατάσταση ζωής για έναν άνθρωπο που τ' αντιμετωπίζει σοβαρά όλα αυτά. Και καθώς δεν ψάχνετε πλέον για κάποιον ή κάτι να σας βοηθήσει, είστε ήδη ελεύθερος για να ανακαλύψετε. Κι όταν υπάρχει ελευθερία, υπάρχει ΄νέργεια. Κι όταν υπάρχει ελευθερία δεν μπορεί να γίνει ποτέ κάτι λάθος. Η ελευθερία είναι εντελώς διαφορετική από την επανάσταση. Δεν υπάρχει κάτι σαν το σωστό ή το λάθος σε μια πράξη, όταν υπάρχει ελευθερία. Είσαι ελεύθερος κι απ' αυτό το κέντρο ενεργείς. Κι ως εκ τούτου δεν υπάρχει φόβος και μια ψυχή που δεν φοβάται είναι γεμάτη από μεγάλη αγάπη. Κι όταν υπάρχει αγάπη, μπορεί να κάνει αυτό που θέλει.

Απελευθέρωση από την Αυθεντία

Επομένως, αυτό που πρόκειται να κάνουμε τώρα, είναι να μάθουμε για τους εαυτούς μας όχι σύμφωνα με μένα ή κάποιον ψυχαναλυτή ή κάποιον φιλόσοφο - γιατί αν μάθουμε για τους εαυτούς μας σύμφωνα με κάποιον άλλο, μαθαίνουμε για εκείνον και όχι για μας - θα μάθουμε τι πραγματικά είμαστε.


Έχοντας συνειδητοποιήσει ότι δεν εξαρτιόμαστε από κάποια εξωτερική αυθεντία στο να προκαλέσουμε την ολοκληρωτική επαν΄σταση μέσα στη δομή της ψυχής μας, αντιμετωπίζουμε μια πολύ μεγαλύτερη δυσκολία ν' αρνηθούμε τη δική μας εσωτερική αυθεντία, την αυθεντία των δικών μας ιδιαίτερων μικρών εμπειριών και συγκεκριμένων γνωμών, γνώσεων, ιδεών και ιδανικών.

Είχες μια εμπειρία εχθές που σου έμαθε κάτι και η γνώση αυτή γίνεται μια καινούργια αυθεντία - κι αυτή η αυθεντία του χθες είναι το ίδιο καταστρεπτική με μια αυθεντία χιλιάδων ετών. Για να καταλάβουμε τους εαυτούς μας χρειάζεται να μην έχουμε καμία αυθεντία ούτε από χθες, ούτε από χιλιάδες χρόνια πριν, γιατί είμαστε ζωντανοί, κινούμαστε συνέχεια, ρέουμε, δεν είμαστε ποτέ στατικοί. Όταν κοιτάμε τους εαυτούς μας με τη νεκρή αυθεντία του χτες, θα αποτύχουμε στο να καταλάβουμε τη ζωντανή κίνηση και την ομορφιά και την ποιότητα  αυτής της κίνησης .

Το ν' απελευθερωθείς απ' όλες τις αυθεντίες, τη δική σου κι αυτή των άλλων, είναι ταυτόσημο με το να πεθάνει το καθετί από το χτες, έτσι που το πνεύμα σου να είναι συνεχώς φρέσκο, πάντα νέο, αθώο, γεμάτο δύναμη και πάθος. Μόνο σ' αυτή τη κατάσταση μπορεί κάποιος να παρατηρεί και να μαθαίνει.  Και γι αυτό χρειάζεται μεγάλη επίγνωση, ενεργητική επίγνωση του τι συμβαίνει μέσα σας, χωρίς να το διορθώνετε ή α του λέτε τι θα ' πρεπε ή δεν θα 'πρεπε να είναι, γιατί τη στιγμή που το διορθώνετε, έχετε εγκαθιδρύσει μια άλλη θρησκεία, έναν κριτή.


Απόσπασμα από το: "Η απελευθέρωση απ' το γνωστό" Εκδόσεις Καστανιώτη 1985


31. Επιστρέφοντας λοιπόν στην ερευνά μας, θέτουμε το ερώτημα: Τι καθορίζει τη θέληση μας κατά το πράττειν; Μετά από επανεξέταση του ζητήματος , είμαι σε θέση να υποθέσω ότι η θέληση δεν καθορίζεται, όπως γενικώς θεωρείται, από το μέγιστο αγαθό στο οποίο αποβλέπει κανείς μελλοντικά, αλλά μάλλον από μια (και δη την πλέον επείγουσα τις περισσότερες φορές) ανησυχία, από την οποία κυριαρχείται κανείς σε παρόντα χρόνο. Αυτη η ανησυχία είναι που καθορίζει αποτελεσματικά τη θέληση και μας θέτει στην τροχιά των τελούμενων από μας πράξεων. Αυτη την ανησυχία μπορούμε να την ονομάσουμε επιθυμία πρόκειται για την ανησυχία, την οποία προ καλεί στο νου η έλλειψη ενός αγαθού.

[...]


35. Η άποψη ότι το αγαθό, το μέγιστο αγαθό, καθορίζει τη θέληση φαίνεται ν’ αποτελεί τόσο καθιερωμένο και κατασταλαγμένο κανόνα, που συγκεντρώνει τη γενική συναίνεση όλων των ανθρώπων, ώστε δεν είναι καθόλου απορίας άξιον το γεγονός ότι το εξέλαβα κι εγώ ως δεδομένο όταν πρώτο-δημοσίευσα τις σκέψεις μου επί του ζητήματος. Φαντάζομαι δε ότι οι περισσότεροι θα μου συγχωρήσουν ευκολότερα την παράλειψη μου εκείνη μάλλον παρά το σημερινό μου εγχείρημα να απομακρυνθώ από μια τόσο διαδεδομένη γνώμη. Είμαι όμως υποχρεωμένος, μετά από αυστηρότερη έρευνα, να συμπεράνω ότι το αγαθό, το μέγιστο αγαθό, ακόμη κι αν γίνει κατανοητό και παραδεκτό ως τέτοιο, δεν καθορίζει τη θέληση μας παρά μόνο από τη στιγμή που η έλλειψη του θα προκαλέσει την ανησυχία μας, κάνοντάς το επιθυμητό. Όσο κι αν πείσετε έναν άνθρωπο ότι η αφθονία πλεονεκτεί έναντι της φτώχειας, όσο κι αν τον κάνετε να διαπιστώσει και να εμπεδώσει το γεγονός ότι οι όμορφες απολαύσεις της ζωής είναι καλύτερες από την άθλια μιζέρια, εντούτοις, ενόσω ο άνθρωπος αυτός είναι ευχαριστημένος με τη φτώχεια και δεν βρίσκει τίποτε σ’ αυτήν που να του προκαλεί ανησυχία, δεν πρόκειται να προβεί σε καμία κίνηση, η θέληση του δεν θα προσανατολιστεί ποτέ σε κάποια πράξη, η οποία θα τον έβγαζε από την κατάσταση όπου βρίσκεται. Όσο κι αν έχει πειστεί κάποιος για τα πλεονεκτήματα της αρετής, ότι δηλαδή αυτή είναι αναγκαία σ’ έναν άνθρωπο με υψηλούς στόχους σ’ αυτό τον κόσμο η προσβλέπει στον μελλοντικό κόσμο ως τροφή ζωής  εντούτοις, μέχρι να φτάσει εκείνος να πεινά και να διψά για την ηθική ακεραιότητα, μέχρι να αισθανθεί ανήσυχος από την έλλειψη της, η θέληση του δεν θα τον προσανατολίσει σε καμία πράξη επιζήτησης αυτού του, ομολογουμένως, μέγιστου αγαθού. Οποιαδήποτε άλλη ανησυχία αισθάνεται όμως, θα οδηγήσει τη θέληση του σε άλλες πράξεις.

[...]


38. Αν η θέληση καθοριζόταν απλώς από το κατά πόσο το αγαθό παρουσιάζεται θεωρητικά στη διάνοιά μας ως μεγαλύτερο η μικρότερο (αυτη είναι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάθε απόν αγαθό' κι αυτη είναι κατά την ισχύουσα άποψη προς την οποία κινείται και από την οποία εκπορεύεται η θέληση), τότε δεν βλέπω πώς θα ηταν ποτέ δυνατόν να χωριστεί το αγαθό από τις άπειρες και αιώνιες χαρές των ουρανίων, άπαξ και οι τελευταίες προτάθηκαν και θεωρήθηκαν δυνατές. Διότι κάθε απόν αγαθό θεωρείται ότι καθορίζει τη θέληση, εφόσον της προταθεί και τεθεί υπόψη της• κι εκείνη μας θέτει σε δράση, έστω κι αν το αγαθό είναι απλώς δυνατό και όχι απολύτως εξασφαλισμένο οπότε είναι αναπόφευκτο το συμπέρασμα ότι το απεί ρως μεγαλύτερο δυνατό αγαθό θα έπρεπε κανονικά και μόνιμα να καθορίζει τη θέληση σε όλες τις διαδοχικές πράξεις, τις οποίες αυτη διατάσσει και τότε θα έπρεπε να πορευόμαστε σταθερά και αδιάκοπα προς τους ουρανούς. Αυτη θα ηταν η κατάσταση του νου και η κανονική τάση της θέλησης καθ’ όλες τις αποφάσεις της, αν αυτη καθοριζόταν από εκείνο το οποίο θεωρούμε και στο οποίο αποβλέπουμε ως το μέγιστο αγαθό. Στην εμπειρία όμως οποιοσδήποτε είναι σε θέση να δει ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι.

[...]


41. Αν τεθεί ακολούθως το ερώτημα “τι είναι εκείνο που κινεί τη θέληση”, απαντώ: η ευτυχία και μόνο. Ευτυχία και δυστυχία είναι τα ονόματα δύο άκρων, των οποίων όμως δεν γνωρίζουμε τα ακροτατα όρια, αφού πρόκειται για πράγματα που το μάτι δεν έχει δει, το αυτί δεν έχει ακούσει και η καρδιά του ανθρώπου δεν έχει συλλάβει. Έχουμε όμως πολύ ζωντανές εντυπώσεις για ορισμένους βαθμούς αμφότερων αυτών των καταστάσεων εντυπώσεις που δημιουργηθηκαν αφενός από διάφορες στιγμές απόλαυσης και χαράς, και αφετέρου βασάνων και θλίψης, τα οποία χάριν συντομίας θα συμπεριλάβω υπό τα ονόματα της ηδονης και του πόνου της οδύνης, είτε πρόκειται για ηδονές και πόνους του σώματος είτε του πνεύματος. Ή, για να πούμε την αλήθεια, είναι όλα ηδονές και πόνοι του πνεύματος, αν και μερικά γεννώ νται στο νου από τη σκέψη ενώ άλλα στο σώμα από ορισμένες μεταβολές της κίνησης.


42. Η ευτυχία επομένως, στην πληροτητά της, είναι η υπέρτατη ηδονη, την οποία μπορούμε να έχουμε και η δυστυχία, ο έσχατος πόνος. O δε ελάχιστος βαθμός αυτού, το οποίο μπορούμε να ονομάσουμε ευτυχία, είναι εκείνος ο βαθμός απουσίας πόνου και παρουσίας ηδονης, χωρίς τον οποίο κανείς δεν μπορεί να είναι ικανοποιημένος. Επειδή λοιπόν η ηδονη και ο πόνος προκα λούνται με την επενέργεια ορισμένων πραγμάτων είτε στο νου μας είτε στο σώμα μας και σε διαφορετικούς βαθμούς, έπεται πως οτιδήποτε είναι σε θέση να μας προκαλέσει ηδονη είναι αυτό που ονομάζουμε καλό και οτιδήποτε είναι σε θέση να μας προκαλέσει πόνο το λέμε κακό, για κανέναν άλλο λόγο παρά μόνο για την ικανότητά του να μας προκαλεί ηδονη και πόνο, στα οποία και συνίστανται η ευτυχία και η δυστυχία μας αντιστοίχως...


43. Μολονότι αυτό είναι που ονομάζουμε καλό και κακό και μολονότι κάθε καλό αποτελεί αντικείμενο της επιθυμίας γενικά, εντούτοις κάθε καλό, ακόμη και αν διαπιστωθεί και γίνει παραδεκτό ως τέτοιο, δεν κινεί κατ’ ανάγκην την επιθυμία κάθε ιδιαίτερου ανθρώπου παρά μόνο στο βαθμό που θεωρείται ότι συνιστά αναγκαίο μέρος της δικής του ευτυχίας. Κάθε άλλο καλό, όσο μεγάλο κι αν είναι < φαίνεται, δεν διεγείρει τις επιθυμίες ενός ανθρώπου, ο οποίος δεν το βλέπει ως μέρος της ευτυχίας εκείνης, με την οποία, όπως επί του παρόντος πιστεύει, μπορεί να είναι ικανοποιημένος. Όλοι επιδιώκουν και επιθυμούν σταθερά ο,τι αποτελεί μέρος της ευτυχίας τους υπ’ αυτη την έννοια. Τα υπόλοιπα πράγματα που αναγνωρίζονται ως καλά, μπορεί να τα αντιμετωπίζει κανείς χωρίς επιθυμία, να τα παρακάμπτει και να είναι ευχαριστημένος ακόμη και χωρίς αυτά.


44. O καθένας, νομίζω, μπορεί να παρατηρήσει στον εαυτό του και στους άλλους ότι το μεγαλύτερο ορατό αγαθό δεν εγείρει πάντα τις επιθυμίες του ανθρώπου σε ανάλογο βαθμό με το μέγεθος που το ίδιο εμφανίζεται < αναγνωρίζεται ότι διαθέτει, ενώ από την άλλη, η παραμικρή ενόχληση μας κινητοποιεί και μας αναγκάζει να εργαστούμε προκειμένου ν’ απαλλαγούμε απ’ αυτήν. O λόγος είναι προφανής από την ίδια τη φύση της ευτυχίας και της δυστυχίας μας. Κάθε παρών πόνος, όποιος κι αν είναι, αποτελεί μέρος της παρούσας δυστυχίας μας. Όμως κάθε απόν αγαθό δεν αποτελεί πάντα αναγκαίο μέρος της παρούσας ευτυχίας μας ούτε η απουσία του αποτελεί μέρος της δυστυχίας μας. Αλλιώς θα έπρεπε να είμαστε απείρως και μονίμως δυστυχείς, εφόσον άπειρες είναι οι διαβαθμίσεις της ευτυχίας που δεν διαθέτουμε. Αφού λοιπόν απομακρυνθεί κάθε ανησυχία, αρκεί ακόμη και μια μέτρια δόση αγαθού για να ικανοποιηθεί ο άνθρωπος.

[...]


47. Εφόσον υπάρχουν μέσα μας τόσες ανησυχίες, πάντα πιεστικές και έτοιμες να καθορίσουν τη θέληση, είναι φυσικό, όπως είπα ηδη, οι μεγαλύτερες και πιεστικότερες απ’ αυτές να καθορίζουν τη θέληση ως προς την αμέσως επόμενη πράξη μας. Έτσι συμβαίνει περισσότερες πολλές φορές αλλά όχι πάντα. Διότι, όπως δείχνει και η εμπειρία, ο νους διαθέτει στις περισσότερες περιπτώσεις τη δύναμη να αναστέλλει την πραγματοποίηση και την ικανοποίηση της καθεμιάς από τις επιθυμίες του, κι επομένως έχει την ελευθερία να αναλογιστεί τα αντικείμενα της επιθυμίας του, να τα εξετάσει από όλες τις πλευρές και να τα συγκρίνει με άλλα. Σ’ αυτό έγκειται η ελευθερία που διαθέτει ο άνθρωπος, από τη μη ορθη χρησιμοποίηση της οποίας προέρχεται όλο το πλήθος των διαφόρων λαθών, σφαλμάτων και πταισμάτων, στα οποία υποπίπτουμε κατά τη διαγωγή του βίου μας και κατά την επίπονη επι ζητηση της ευτυχίας, όταν επισπεύδουμε την οριστικοποίηση της θέλησης μας και τη δεσμεύουμε πολύ πρόωρα, πριν ακόμη εξετάσουμε τα πράγματα με τη δέουσα προσοχή. Για να το αποφύγουμε αυτό, έχουμε όπως μπορεί ο καθένας να διαπιστώνει καθημερινά, πειραματιζόμενος με τον εαυτό του τη δύναμη να αναστείλουμε την επιδίωξη της μιας η της άλλης επιθυμίας. Αυτό μου φαίνεται ότι αποτελεί την πηγη κάθε ελευθερίας• σ’ αυτό φαίνεται να συνίσταται εκείνο που ονομάζουμε (ανακριβώς, κατά τη γνώμη μου) ελεύθερη θέληση. Διότι κατά την αναστολή αυτη της οποιασδηποτε επιθυμίας, πριν αποφασίσει η θέληση σχετικά με την πράξη και πριν από την τέλεση της πράξης (που ακολουθεί την απόφαση), έχουμε την ευκαιρία να εξετάσουμε, να επιθεωρήσουμε και να κρίνουμε το καλό η το κακό, το οποίο πρόκειται να κάνουμε: και όταν, μετά τη δέουσα εξέταση, έχουμε πλέον κρίνει, θα έχουμε κάνει το καθήκον μας: ο,τι μπορούμε η οφείλουμε να κάνουμε επιδιώκοντας την ευτυχία μας. Δεν αποτελεί ελάττωμα αλλά αρετή της φύσης μας να επιθυμούμε, να θέλουμε και να πράττουμε σύμφωνα με το τελικό αποτέλεσμα μιας ακριβοδίκαιης εξέτασης.


48. Τούτο όχι μόνο δεν αποτελεί περιορισμό η μείωση της ελευθερίας, αλλά συνιστά μάλιστα πρόοδο και όφελος για την ελευθερία• δεν αποτελεί έκπτωση, αλλά συνιστά το σκοπό και τη χρησιμότητα της ελευθερίας μας. Όσο απομακρυνόμαστε από αυτό τον καθορισμό, τόσο πλησιάζουμε στη δυστυχία και τη δουλεία.

[...]


52. Το κρίσιμο σημείο όπου διακρίνεται η ελευθερία των έλλογων όντων κατά τη συνεχή επιζητηση και τη σταθερή επιδίωξη της αληθινης ευδαιμονίας έγκειται στο γεγονός ότι μπορούν να αναστείλουν την επιδίωξη αυτη σε ιδιαίτερες περιπτώσεις μέχρι να εποπτεύσουν και να διαμορφώσουν άποψη κατά πόσον το ιδιαίτερο αντικείμενο που αντιμετωπίζουν η επιθυμούν τη δεδομένη στιγμή βρίσκεται στο δρόμο του κυρίως σκοπού τους και αποτελεί πραγματικό μέρος του μέγιστου αγαθού γι’ αυτούς. Διότι η προδιάθεση και κλίση της φύσης τους προς την ευτυχία συνιστά γι’ αυτούς υποχρέωση και κίνητρο να προσέξουν, ώστε να μην αστοχήσουν < απολέσουν το στόχο αυτό και μ’ αυτό τον τρόπο, η ίδια κλίση τους υπαγορεύει κατ’ ανάγκην προσοχή, περίσκεψη και επιφυλακτικοτητα κατά τον προσανατολισμό των ιδιαίτερων πράξεών τους, οι οποίες αποτελούν τα μέσα για την απόκτηση της ευτυχίας. Η αυτη αναγκαιότητα που καθορίζει την επιδίωξη της πραγματικής υπέρτατης ευδαιμονίας, επιβάλλει με την ίδια δύναμη και την αναστολή, τη στάθμι ση και τον ενδελεχή έλεγχο της κάθε τυχόν επιθυμίας, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο αυτη σχετίζεται η όχι με την αληθινη ευτυχία μας η μας αποπροσανατολίζει. Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το μεγαλύτερο προνόμιο των πεπερασμένων έλλογων όντων και θα επιθυμούσα να σκεφτεί κανείς καλά μήπως σ’ αυτό ακριβώς έγκειται το κατεξοχην πεδίο εφαρμογής και άσκησης όλης της ελευθερίας την οποία όντως διαθέτουν, είναι ικανοί να έχουν η μπορούν να αξιοποιησουν οι άνθρωποι και από την οποία εξαρ τάται η έκβαση των πράξεών τους.

[...]


54. Απ’ όσα είπαμε, είναι εύκολο να δώσουμε μια εξηγηση πώς γίνεται, και μολονότι όλοι οι άνθρωποι επιθυμούν την ευτυχία, εντούτοις τους οδηγούν συχνά οι θελήσεις τους σε τόσο αντίθετη κατεύθυνση και συνεπώς, μερικούς απ’ αυτούς, σ’ εκείνο που είναι κακό. Και ως προς τούτο, ισχυρίζομαι ότι οι διάφορες και αντίθετες επιλογές τις οποίες κάνουν οι άνθρωποι στον κόσμο δεν σημαίνουν ότι δεν επιδιώκουν όλοι τους το καλό, αλλά ότι το ίδιο πράγμα δεν είναι εξίσου καλό για κάθε άνθρωπο. Αυτη η ποικιλία επιδιώξεων δείχνει ότι ο καθένας δεν επενδύει την ευτυχία του στο ίδιο πράγμα ούτε επιλέγει τον ίδιο δρόμο προς αυτήν. Αν υποθέσουμε ότι όλες οι μέριμνες του ανθρώπου περιορίζονται σ’ αυτη τη ζωη, το γεγονός ότι ο ένας επιλέγει τη σπουδή και τη γνώση ενώ ο άλλος το κυνήγι, ο ένας την πολυτέλεια και την κραιπάλη ενώ ο άλλος την εγκράτεια και τον πλούτο, δεν συμβαίνει επειδή ο καθένας τους δεν επιδιώκει τη δικη του ευτυχία, αλλά επειδή η ευτυχία αυτη επενδύθηκε από τον καθέναν τους σε διαφορετικά πράγματα. Ήταν επομένως ορθη η απάντηση που έδωσε ένας γιατρός στον ασθενή του, ο οποίος έπασχε από ερεθισμό των ματιών του: “Αν αντλείς μεγαλύτερη απόλαυση από την οινοποσία σε σχέση μ’ εκείνη που αντλείς από τη χρηση της όρασης σου, τότε το κρασί είναι καλό για σένα• αν όμως η απόλαυση να βλέπεις είναι μεγαλύτερη για σένα από εκείνη του πιοτού, τότε το κρασί είναι κάτι ασήμαντο”.


Καζαντζάκης Ασκητική  - να αγαπάς την ευθύνηΔε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύομαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι.


Δεν πολεμούμε τα σκοτεινά μας πάθη με νηφάλια, αναιμικιά, ουδέτερη, πάνω από τα πάθη αρετή. Παρά με άλλα σφοδρότερα πάθη.


Ένα καράβι είναι το σώμα μας και πλέει απάνω σε βαθιογάλαζα νερά. Ποιος είναι ο σκοπός μας; Να ναυαγήσουμε!


Έχεις ευθύνη. Δεν κυβερνάς πια μονάχα τη μικρή ασήμαντη ύπαρξή σου. Είσαι μια ζαριά όπου για μια στιγμή παίζεται η μοίρα του σογιού σου.


Ζούμε μόνοι, πεθαίνουμε μόνοι, το ενδιάμεσο φωτεινό σημείο το λέμε ζωή.


Η ανώτατη αρετή δεν είναι νά' σαι ελεύτερος, παρά να μάχεσαι για ελευτερία.


Η καρδιά σμίγει ό,τι ο νους χωρίζει, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη.


Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: "Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;" Πολέμα!


Ν' αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.


Να πεθαίνεις κάθε μέρα. Να γεννιέσαι κάθε μέρα. Ν' αρνιέσαι ό,τι έχεις κάθε μέρα.


Να 'σαι ανήσυχος, αφχαρίστητος, απροσάρμοστος πάντα. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση.


Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Τούτο είναι το τρίτο χρέος.


Πειθαρχία, να η ανώτατη αρετή.


Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν'αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου. Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!


Σα να 'ναι όλη η ζωή ετούτη τ' ορατό αιώνιο κυνήγι ενός αόρατου Γαμπρού, που κυνηγάει από κορμί σε κορμί την αιωνιότητα, την αδάμαστη Νύφη.


Τι θα πει ευτυχία; Να ζεις όλες τις δυστυχίες.


Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια.



Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος.


*     *     *     *     *     *     *     *



Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.


Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή· ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός· κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος.



Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή· κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι' αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.


Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν:

α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία·

β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο.


Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει· σαν παράνομη φαίνεται, σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση στις σκοτεινές αιώνιες πηγές· μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του Σύμπαντου.


Αλλιώς, πούθε η περανθρώπινη δύναμη που μας σφεντονίζει από το αγέννητο στο γεννητό και μας γκαρδιώνει· φυτά, ζώα, ανθρώπους· στον αγώνα; Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια.


Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ' όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες Ορμές· και με τ' όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη.


Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ


ΠΡΩΤΟ ΧΡΕΟΣ


Ήσυχα, καθαρά, κοιτάζω τον κόσμο και λέω: Όλα τούτα που θωρώ, γρικώ, γεύουμαι, οσφραίνουμαι κι αγγίζω είναι πλάσματα του νου μου.


Ο ήλιος ανεβαίνει, κατεβαίνει μέσα στο κρανίο μου. Στο ένα μελίγγι μου ανατέλνει ο ήλιος, στο άλλο βασιλεύει ο ήλιος.


Τ' άστρα λάμπουν μέσα στο μυαλό μου, οι Ιδέες, οι άνθρωποι και τα ζώα βόσκουν μέσα στο λιγόχρονο κεφάλι μου, τραγούδια και κλάματα γιομώνουν τα στρουφιχτά κοχύλια των αυτιών μου και τρικυμίζουν μια στιγμή τον αγέρα·


σβήνει το μυαλό μου, κι όλα, ουρανός και γης, αφανίζουνται.


"Εγώ μονάχα υπάρχω!" φωνάζει ο νους.


"Μέσα στα κατώγια μου, οι πέντε μου ανυφάντρες δουλεύουν, υφαίνουν και ξυφαίνουν τον καιρό και τον τόπο, τη χαρά και τη θλίψη, την ύλη και το πνέμα.


"Όλα ρέουν τρογύρα μου σαν ποταμός, χορεύουν, στροβιλίζουνται, τα πρόσωπα κατρακυλούν σαν το νερό, το χάος μουγκρίζει.


"Μα εγώ, ο Νους, με υπομονή, με αντρεία, νηφάλιος μέσα στον ίλιγγο, ανηφορίζω. Για να μην τρεκλίσω να γκρεμιστώ, στερεώνω απάνω στον ίλιγγο σημάδια, ρίχνω γιοφύρια, ανοίγω δρόμους, οικοδομώ την άβυσσο.


"Αργά, με αγώνα, σαλεύω ανάμεσα στα φαινόμενα που γεννώ, τα ξεχωρίζω βολικά, τα σμίγω με νόμους και τα ζεύω στις βαριές πραχτικές μου ανάγκες.


"Βάνω τάξη στην αναρχία, δίνω πρόσωπο, το πρόσωπο μου, στο χάος.


"Δεν ξέρω αν πίσω από τα φαινόμενα ζει και σαλεύει μια μυστική, ανώτερη μου ουσία. Κι ούτε ρωτώ· δε με νοιάζει. Γεννοβολώ τα φαινόμενα, ζωγραφίζω με πλήθια χρώματα φανταχτερά, γιγάντιο ένα παραπέτασμα μπροστά από την άβυσσο. Μη λες: "Αναμέρισε το παραπέτασμα, να δω την εικόνα!" Το παραπέτασμα, αυτό είναι η εικόνα.


"Είναι ανθρώπινο έργο, πρόσκαιρο, παιδί δικό μου, το βασίλειο μου ετούτο. Μα είναι στέρεο, άλλο στέρεο δεν υπάρχει, και μέσα στην περιοχή του μονάχα μπορώ γόνιμα να σταθώ, να χαρώ και να δουλέψω. "Είμαι ο αργάτης της άβυσσος. Είμαι ο θεατής της άβυσσος. Είμαι η θεωρία κι η πράξη. Είμαι ο νόμος. Όξω από μένα τίποτα δεν υπάρχει."


Χωρίς μάταιες ανταρσίες να δεις και να δεχτείς τα σύνορα του ανθρώπινου νου, και μέσα στ' αυστηρά τούτα σύνορα αδιαμαρτύρητα, ακατάπαυτα να δουλεύεις· να ποιο είναι το πρώτο σου χρέος.


Με αντρεία, με σκληρότητα στερέωσε απάνω στο σαλευόμενο χάος το καταστρόγγυλο, το καταφώτιστο αλώνι του νου, ν' αλωνίσεις, να λιχνίσεις, σα νοικοκύρης, τα σύμπαντα.


Καθαρά να ξεχωρίσεις κι ηρωικά να δεχτείς τις πικρές γόνιμες τούτες, ανθρώπινες, σάρκα από τη σάρκα μας, αλήθειες:

α) Ο νους του ανθρώπου φαινόμενα μονάχα μπορεί να συλλάβει, ποτέ την ουσία·

β) κι όχι όλα τα φαινόμενα, παρά μονάχα τα φαινόμενα της ύλης·

γ) κι ακόμα στενώτερα: όχι καν τα φαινόμενα τούτα της ύλης, παρά μονάχα τους μεταξύ τους συνειρμούς·

δ) κι οι συνειρμοί τούτοι δεν είναι πραγματικοί, ανεξάρτητοι από τον άνθρωπο· είναι κι αυτοί γεννήματα του ανθρώπου·

ε) και δεν είναι οι μόνοι δυνατοί ανθρώπινοι· παρά μονάχα οι πιο βολικοί για τις πραχτικές και νοητικές του ανάγκες.


Μέσα στα σύνορα τούτα, ο νους είναι ο νόμιμος απόλυτος μονάρχης. Καμιά άλλη εξουσία στο βασίλειο του δεν υπάρχει.


Αναγνωρίζω τα σύνορα τούτα, τα δέχουμαι μ' εγκαρτέρηση, γενναιότητα κι αγάπη, κι αγωνίζουμαι μέσα στην περιοχή τους άνετα σα να 'μουν ελεύτερος.


Υποτάζω την ύλη, την αναγκάζω να γίνει καλός αγωγός του μυαλού μου. Χαίρουμαι τα φυτά, τα ζώα, τους ανθρώπους, τους θεούς σαν παιδιά μου. Όλο το Σύμπαντο το νιώθω να σοφιλιάζει απάνω μου και να με ακολουθάει σα σώμα.


Σε άξαφνες φοβερές στιγμές αστράφτει μέσα μου: "Όλα τούτα είναι παιχνίδι σκληρό και μάταιο, δίχως αρχή, δίχως τέλος, δίχως νόημα". Μα ξαναζεύουμαι, πάλι, γοργά στον τροχό της ανάγκης, κι όλο το Σύμπαντο ξαναρχινάει γύρα τρογύρα μου την περιστροφή του.


Πειθαρχία, να η ανώτατη αρετή. Έτσι μονάχα σοζυγιάζεται η δύναμη με την επιθυμία και καρπίζει η προσπάθεια του ανθρώπου.


Να πως με σαφήνεια και με σκληρότητα να καθορίζεις την παντοδυναμία του νου μέσα στα φαινόμενα και την ανικανότητα του νου πέρα από τα φαινόμενα· πρί να κινήσεις για τη λύτρωση. Αλλιώς δεν μπορείς να λυτρωθείς.


ΔΕΥΤΕΡΟ ΧΡΕΟΣ


Δε δέχουμαι τα σύνορα, δε με χωρούν τα φαινόμενα, πνίγουμαι! Την αγωνία τούτη βαθιά, αιματερά να τη ζήσεις, είναι το δεύτερο χρέος.


Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει· μα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.


Να υποτάξω τη γης, το νερό, τον αγέρα, να νικήσω τον τόπο και τον καιρό, να νιώσω με ποιους νόμους αρμολογούνται κι έρχουνται και ξανάρχουνται οι αντικαθρεφτισμοί που ανεβαίνουν από την πυρωμένην έρημο του νου, τι αξίαν έχει;


Ένα μονάχα λαχταρίζω: Να συλλάβω τι κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα, τι είναι το μυστήριο που με γεννάει και με σκοτώνει, κι αν πίσω από την ορατή ακατάπαυτη ροή του κόσμου κρύβεται μια αόρατη ασάλευτη παρουσία.


Αν ο νους δεν μπορεί, δεν είναι έργο του να επιχειρήσει πέρα από τα σύνορα την ηρωικήν απελπισμένην έξοδο, να 'ταν να μπορούσε η καρδιά μου!


Πέρα! Πέρα! Πέρα! Πέρα από τον άνθρωπο ζητώ το αόρατο μαστίγι που τον βαράει και τόνε σπρώχνει στον αγώνα. Πέρα από τα ζώα ενεδρεύω να δω το πρόσωπο το αρχέγονο που μάχεται δημιουργώντας, συντρίβοντας, ξαναχύνοντας τις αρίφνητες μάσκες να τυπωθεί στο ρεούμενο κρέας. Πέρα από τα φυτά αγωνίζουμαι να ξεχωρίσω τα πρώτα παραπατήματα του Αόρατου μέσα στη λάσπη. Μια προσταγή μέσα μου:


Σκάψε! Τι βλέπεις;


Ανθρώπους και πουλιά, νερά και πέτρες!


Σκάψε ακόμα! Τι βλέπεις;


Ιδέες κι ονείρατα, αστραπές και φαντάσματα.


Σκάψε ακόμα! Τι βλέπεις;


Δε βλέπω τίποτα! Νύχτα βουβή, πηχτή σα θάνατος. Θα 'ναι ο θάνατος.


Σκάψε ακόμα!


Αχ! Δεν μπορώ να διαπεράσω το σκοτεινό μεσότοιχο! Φωνές γρικώ και κλάματα, φτερά γρικώ στον άλλον όχτο!


Μην κλαις! Μην κλαις! Δεν είναι στον άλλον όχτο! Οι φωνές, τα κλάματα και τα φτερά είναι η καρδιά σου!


Πέρα από το νου, στον ιερό γκρεμό της καρδιάς, ακροποδίζω τρέμοντας. Το ένα μου πόδι αδράχνεται από το σίγουρο χώμα, το άλλο ψάχνει στα σκοτεινά απάνω από την άβυσσο.


Ψυχανεμίζουμαι πίσω απ' όλα τούτα τα φαινόμενα μια μαχόμενη ουσία. Θέλω να σμίξω μαζί της.


Ψυχανεμίζουμαι πως κι η μαχόμενη ουσία πολεμάει πίσω από τα φαινόμενα να σμίξει με την καρδιά μου. Μα το σώμα στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει. Ο νους στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει.


Ποιο είναι το χρέος μου; Να συντρίψω το σώμα, να χυθώ να σμίξω με τον Αόρατο. Να σωπάσει ο νους, ν' ακούσω τον Αόρατο να φωνάζει.


Περπατώ στ' αφρόχειλα της άβυσσος και τρέμω. Δυο φωνές μέσα μου παλεύουν.


O νους: "Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο; Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν' αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου."


Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ως την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει: "Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν' αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!"


Ο νους: "Λαγαρό κι ανέλπιδο είναι το μάτι μου και θεάται τα πάντα. Η ζωή είναι ένα παιχνίδι, μια παράσταση που δίνουν οι πέντε θεατρίνοι του κορμιού μου.


"Κοιτάζω με απληστία, με ανείπωτη περιέργεια, και δεν έχω την αφέλεια του χωριάτη να πιστέψω, και ν' ανέβω απάνω στη σκηνή επεμβαίνοντας στην αιματερή κωμωδία.


"Είμαι ο θαματοποιός φακίρης που ακίνητος, καθούμενος στο σταυροδρόμι των αιστήσεων, θεάται να γεννιέται και ν' αφανίζεται ο κόσμος, θεάται τα πλήθη να σαλεύουν και να φωνάζουν στα πολύχρωμα μονοπάτια της ματαιότητας.


"Καρδιά, απλοϊκή καρδιά, γαλήνεψε κι υποτάξου!"


Μα η καρδιά ανατινάζεται και φωνάζει: "Είμαι ο χωριάτης και πηδώ απάνω στη σκηνή κι επεμβαίνω στην πορεία του κόσμου!"


Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι.


Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας το χάος: Ποιος μας φυτεύει στη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; Ποιος μας ξεριζώνει από τη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια;


Είμαι ένα πλάσμα εφήμερο, αδύναμο, καμωμένο από λάσπη κι ονείρατα. Μα μέσα μου νογώ να στροβιλίζουνται όλες οι δυνάμες του Σύμπαντου.


Θέλω μια στιγμή, προτού με συντρίψουν, ν' ανοίξω τα μάτια μου και να τις δω. Αλλο σκοπό δε δίνω στη ζωή μου.


Θέλω να βρω μια δικαιολογία για να ζήσω και να βαστάξω το φοβερό καθημερινό θέαμα της αρρώστιας, της ασκήμιας, της αδικίας και του θανάτου.


Ξεκίνησα από ένα σκοτεινό σημείο, τη Μήτρα· οδεύω σ' ένα άλλο σκοτεινό σημείο, το Μνήμα. Μια δύναμη με σφεντονάει μέσα από το σκοτεινό βάραθρο· μια άλλη δύναμη με συντραβάει ακατάλυτα στο σκοτεινό βάραθρο.


Δεν είμαι ο κατάδικος που τον πότισαν κρασί για να θολώσει το μυαλό του· με λαγαρά τα φρένα, νηφάλιος, δρασκελώ το ανάμεσα στους δυο γκρεμούς μονοπάτι.


Και μάχουμαι πως να γνέψω στους συντρόφους, προτού πεθάνω. Να τους δώσω το χέρι μου, να προφτάσω να συλλαβίσω και να τους ρίξω έναν ακέραιο λόγο. Να τους πω τι φαντάζουμαι πως είναι τούτη η πορεία· και κατά που ψυχανεμίζουμαι πως πάμε. Και πως ανάγκη να ρυθμίσουμε όλοι μαζί το περπάτημα και την καρδιά μας.


Ένα σύνθημα, σα συνωμότες, ένα λόγο απλό να προφτάσω να πω στους συντρόφους!


Ναι, σκοπός της Γης δεν είναι η ζωή, δεν είναι ο άνθρωπος. έζησε χωρίς αυτά, θα ζήσει χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήμερες της βίαιης περιστροφής της.


Ας ενωθούμε, ας πιαστούμε σφιχτά, ας σμίξουμε τις καρδιές μας, ας δημιουργήσουμε εμείς, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα!


Τούτη η αγωνία είναι το δεύτερο χρέος.


ΤΡΙΤΟ ΧΡΕΟΣ


Ο νους βολεύεται. Θέλει να γιομώσει μ' έργα μεγάλα τη φυλακή του, το κρανίο. Να χαράξει στους τοίχους ρητά ηρωικά, να ζωγραφίσει στις αλυσίδες του φτερούγες ελευτερίας.


Η καρδιά δε βολεύεται. Χέρια χτυπούν απόξω από τη φυλακή της, φωνές ερωτικές αφουκράζεται στον αγέρα· κι η καρδιά, γιομάτη ελπίδα, αποκρίνεται τινάζοντας τις αλυσίδες· και σε μιαν αστραπή της φαίνεται πως έγιναν οι αλυσίδες φτερούγες.


Μα γρήγορα η καρδιά πέφτει πάλι αιματωμένη, έχασε πάλι την ελπίδα και την ξαναπιάνει ο Μέγας Φόβος.


Καλή η στιγμή, παράτα πίσω σου το νου και την καρδιά, τράβα μπροστά, κάμε το τρίτο βήμα.


Γλίτωσε από την απλοϊκή άνεση του νου που βάνει τάξη κι ελπίζει να υποτάξει τα φαινόμενα. Γλίτωσε από τον τρόμο της καρδίας που ζητάει κι ελπίζει να βρει την ουσία.


Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Τούτο είναι το τρίτο χρέος.


Πολεμούμε γιατί έτσι μας αρέσει, τραγουδούμε κι ας μην υπάρχει αυτί να μας ακούσει. Δουλεύουμε, κι ας μην υπάρχει αφέντης, σα βραδιάσει, να μας πλερώσει το μεροκάματο μας. Δεν ξενοδουλεύουμε· εμείς είμαστε οι αφέντες· το αμπέλι τούτο της Γης είναι δικό μας, σάρκα μας κι αίμα μας.


Το σκάβουμε, το κλαδεύουμε, το τρυγούμε, πατούμε τα σταφύλια του, πίνουμε το κρασί, τραγουδούμε και κλαίμε, οράματα κι Ιδέες ανηφορίζουν στην κεφαλή μας.


Σε ποια εποχή του αμπελιού σου έλαχε ο κλήρος να δουλεύεις; Στα σκάμματα; Στον τρύγο; Στα ξεφαντώματα; Όλα είναι ένα.


Σκάβω και χαίρουμαι όλον τον κύκλο του σταφυλιού, τραγουδώ μέσα στη δίψα και στο μόχτο μου, μεθυσμένος από το μελλούμενο κρασί.


Κρατώ το γιομάτο ποτήρι και ξαναζώ το μόχτο του παππού και του προπάππου. Κι ο ιδρώτας της δουλειάς τρέχει κρουνός στο αψηλό καταμέθυστο κρανίο.


Είμαι ένα σακί γιομάτο κρέας και κόκαλα, αίμα, ιδρώτα και δάκρυα, επιθυμίες και οράματα.


Κυλιούμαι μια στιγμή στον αγέρα, πνέω, χτυπάει η καρδιά μου, ο νους μου φέγγει, και ξαφνικά η γης ανοίγει και χάνουμαι.


Μέσα στο εφήμερο ραχοκόκαλό μου δυο αιώνια ρέματα ανεβοκατεβαίνουν. Μέσα στα σωθικά μου ένας άντρας και μια γυναίκα αγκαλιάζουνται. Αγαπιούνται και μισούνται, παλεύουν.


Ο άντρας πλανταμένος φωνάζει: "Είμαι η σαγίτα που θέλει να σκίσει το στημόνι, να τιναχτεί όξω από τον αργαλειό της ανάγκης.


"Να ξεπεράσω το νόμο, να συντρίψω τα κορμιά, να νικήσω το θάνατο. Είμαι ο Σπόρος!"


Κι η άλλη βαθιά μαυλιστική φωνή, η γυναικίσια, αποκρίνεται γαληνεμένη και σίγουρη: "Κάθουμαι διπλοπόδι απάνω στο χώμα, αμολώ τις ρίζες μου βαθιά στα μνήματα· δέχουμαι το σπόρο ακίνητη και τον θρέφω. Είμαι όλη γάλα κι ανάγκη.


"Και λαχταρώ να γυρίσω πίσω, να κατεβώ στο ζώο, να κατεβώ πιο χαμηλά, στο δέντρο, μέσα στις ρίζες και στα χώματα, να μη σαλεύω.


"Κρατώ, σκλαβώνω την πνοή, δεν την αφήνω να πετάξει· μισώ τη φλόγα που ανεβαίνει. Είμαι η Μήτρα!"


Αφουκράζουμαι τις δυο φωνές τους· δικές μου είναι κι οι δυο και τις χαίρουμαι και καμιά δεν αρνιέμαι. Ένας χορός των πέντε αιστήσεων είναι η καρδιά μου. Ένας αντίχορος της απάρνησης των πέντε αιστήσεων είναι η καρδιά μου.


Αρίφνητες δυνάμες ορατές κι αόρατες αγάλλουνται και με ακολουθούν, όταν με αγωνία, ενάντια στο παντοδύναμο ρέμα, ανηφορίζω.


Αρίφνητες δυνάμες ορατές κι αόρατες ανακουφίζουνται και γαληνεύουν όταν, κατηφορίζοντας, γυρίζω πίσω στα χώματα.


Ρέει η καρδιά μου. Δε ζητώ την αρχή και το τέλος του κόσμου. Ακολουθώ το φοβερό ρυθμό του και πάω.


Αποχαιρέτα τα πάντα κάθε στιγμή. Στύλωνε τη ματιά σου αργά, παθητικά στο καθετί και λέγε: Ποτέ πια!


Αγνάντευε γύρα σου: Όλα τούτα τα κορμιά που κοιτάς θα σαπίσουν. Σωτηρία δεν υπάρχει.


Κοίταξε: Ζούνε, δουλεύουν, αγαπούν, ελπίζουν. Κοίταξε πάλι: Τίποτα δεν υπάρχει!


Ανεβαίνουν από τα χώματα οι γενεές των ανθρώπων και ξαναπέφτουν πάλι στα χώματα.


Σωριάζεται, πληθαίνει, ανεβαίνει ως τον ουρανό η αρετή κι η προσπάθεια του ανθρώπου.


Που πάμε; Μη ρωτάς! Ανέβαινε, κατέβαινε. Δεν υπάρχει αρχή, δεν υπάρχει τέλος. Υπάρχει η τωρινή τούτη στιγμή, γιομάτη πίκρα, γιομάτη γλύκα, και τη χαίρουμαι όλη.


Καλή είναι η ζωή, καλός ο θάνατος, η Γης στρογγυλή και στερεή, σα στήθος γυναικός στις πολυκάτεχες παλάμες μου.


Δίνουμαι σε όλα. Αγαπώ, πονώ, αγωνίζουμαι. Ο κόσμος μου φαντάζει πλατύτερος από το νου, η καρδιά μου ένα μυστήριο σκοτεινό και παντοδύναμο.


Αν μπορείς, Ψυχή, ανασηκώσου απάνω από τα πολύβουα κύματα και πιάσε μ' ένα κλωθογύρισμα του ματιού σου όλη τη θάλασσα. Κράτα καλά τα φρένα σου να μη σαλέψουν. Κι ολομεμιάς βυθίσου πάλι στο πέλαγο και ξακλούθα τον αγώνα.


Ένα καράβι είναι το σώμα μας και πλέει απάνω σε βαθιογάλαζα νερά. Ποιος είναι ο σκοπός μας; Να ναυαγήσουμε!


Γιατί ο Ατλαντικός είναι καταρράχτης, η Νέα Γης υπάρχει μονάχα στην καρδιά του ανθρώπου, και ξαφνικά, σε στρόβιλο βουβό, θα βουλιάξεις στον καταρράχτη του θανάτου και συ κι όλη η γαλέρα του κόσμου.


Χρέος σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα, να βάνεις πλώρα κατά την άβυσσο. Και να λες: Τίποτα δεν υπάρχει!


Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν' αφανίζουνται, και λέω: "Αυτό θέλω!"


Ξέρω τώρα· δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία.


Η ΠΟΡΕΙΑ


Μα ξάφνου μια σπαραχτικιά κραυγή μέσα μου: "Βοήθεια!" Ποιος φώναξε;


Μάζωξε τη δύναμη σου κι αφουκράσου· όλη η καρδιά του άνθρωπου είναι μια κραυγή. Ακούμπησε απάνω στο στήθος σου να την ακούσεις· κάποιος μέσα σου αγωνίζεται και φωνάζει.


Χρέος σου, σε πάσα στιγμή, μέρα και νύχτα, σε χαρά και σε θλίψη, μέσα από την καθημερινήν ανάγκη, να ξεχωρίσεις την Κραυγή τούτη, να την ξεχωρίσεις ορμητικά ή συγκρατημένα, όπως βολεί στη φύση σου, γελώντας ή κλαίγοντας, ενεργώντας ή στοχαζόμενος, και να μάχεσαι να νιώσεις ποιος είναι αυτός που κιντυνεύει και φωνάζει· και πώς μπορούμε εμείς να στρατευτούμε, όλοι μαζί, και να τόνε λευτερώσουμε.


Μέσα στην πιο μεγάλη χαρά μας ένας μέσα μας φωνάζει: "Πονώ! Θέλω να ξεφύγω από τη χαρά σου! Πλαντώ!"


Μέσα στην πιο μεγάλη απελπισία μας ένας μέσα μας φωνάζει: "Δεν απελπίζουμαι! Παλεύω! Γαντζώνουμαι απάνω από την κεφαλή σου, ξεθηκαρώνω από το σώμα σου, ξεθηκαρώνω από τη γης, δε χωρώ σε μυαλά, σε ονόματα, σε πράξες!"


Μέσα από την πιο πλατιά αρετή μας ένας ανασηκώνεται, απελπισμένος, και φωνάζει: "Στενή είναι η αρετή, δεν μπορώ ν' αναπνέψω· μικρός, στενός είναι ο Παράδεισος, δε με χωράει· σαν άνθρωπος μου φαίνεται ο Θεός σας, δεν τον θέλω!"


Ακούω την άγρια κραυγή κι ανατινάζουμαι. Μέσα μου, η αγωνία που ανηφορίζει συντάζεται, για πρώτη φορά, σε ακέραιη ανθρώπινη φωνή, στρέφεται κατά πρόσωπο και με φωνάζει καθαρά, με τ' όνομα μου, με τ' όνομα του γονιού μου και της ράτσας μου!


Είναι η μεγάλη κρίσιμη στιγμή. Είναι το σύνθημα της Πορείας. Αν δεν ακούσεις την Κραυγή τούτη να σκίζει τα σωθικά σου, μην ξεκινήσεις!


Ξακλούθα με υπομονή, με υποταγή την ιερή θητεία σου στον πρώτο, στο δεύτερο, στον τρίτο βαθμό της προετοιμασίας.


Κι αφουκράζου: Στον ύπνο, στον έρωτα, στη δημιουργία, σε μιαν αφιλόκερδή σου περήφανη πράξη ή μέσα σε βαθιά απελπισμένη σιωπή, ξάφνου μπορεί ν' ακούσεις την Κραυγή και να κινήσεις.


Ως τώρα έρεε η καρδιά μου, ανέβαινε, κατέβαινε με το Σύμπαντο. Μα ως άκουσα την Κραυγή, το σπλάχνο μου και το Σύμπαντο χωρίστηκαν σε δυο στρατόπεδα.


Κάποιος μέσα μου κιντυνεύει, σήκωσε τα χέρια του και μου φωνάζει: "Σώσε με!" Κάποιος μέσα μου ανεβαίνει, παραπατάει και φωνάζει: "Βοήθεια!"


Ποια στράτα από τις δυο αιώνιες να διαλέξω; Ξαφνικά νογώ, από την απόφαση μου τούτη κρέμεται όλη μου η ζωή· κρέμεται όλη η ζωή του Σύμπαντου.


Από τις δυο στράτες, διαλέγω τον ανήφορο. Γιατί; Χωρίς νοητά επιχειρήματα, χωρίς καμιά βεβαιότητα· κατέχω πόσο ανήμπορος στην κρίσιμη τούτη στιγμή είναι ο νους κι όλες οι μικρές βεβαιότητες του ανθρώπου.


Διαλέγω τον ανήφορο, γιατί κατά κει με σπρώχνει η καρδιά μου. "Απάνω! Απάνω! Απάνω!" φωνάζει η καρδιά μου, και την ακολουθώ μ' εμπιστοσύνη.


Νιώθω, αυτό ζητάει από μένα η τρομερή αρχέγονη Κραυγή. Πηδώ στο πλευρό της! Ταυτίζω τη μοίρα μου μαζί της.


Κάποιος μέσα μου αγωνίζεται ν' ανασηκώσει ένα βάρος, ν' αναμερίσει τη σάρκα και το νου, νικώντας τη συνήθεια, την τεμπελιά και την ανάγκη.


Δεν ξέρω από που έρχεται και που πάει. Μέσα στο εφήμερο στήθος μου αδράχνω την πορεία του, αφουκράζουμαι το αγκομαχητό του, ανατριχιάζω αγγίζοντας τον.


Ποιος είναι; Στήνω το αυτί, θέτω σημάδια, οσμίζουμαι τον αγέρα. Ανηφορίζω, ψάχνοντας προς τ' απάνω, αγκομαχώντας. Αρχίζει η φοβερή, η μυστική Πορεία.


Α' ΣΚΑΛΟΠΑΤΙ: ΕΓΩ


Δεν είμαι καλός, δεν είμαι αγνός, δεν είμαι ήσυχος! Αβάσταχτη είναι η ευτυχία κι η δυστυχία μου, είμαι γιομάτος άναρθρες φωνές και σκοτάδι· κυλιούμαι όλο δάκρυα κι αίματα μέσα στη ζεστή τούτη φάτνη της σάρκας μου.


Φοβούμαι να μιλήσω. Στολίζουμαι με ψεύτικα φτερά, φωνάζω, τραγουδώ, κλαίω, για να συμπνίγω την ανήλεη κραυγή της καρδιάς μου.


Δεν είμαι το φως, είμαι η νύχτα· μα μια φλόγα λοχίζει ανάμεσα στα σωθικά μου και με τρώει. Είμαι η νύχτα που την τρώει το φως.


Με κίντυνο, βαρυγκομώντας, τρεκλίζοντας μέσα στο σκοτάδι, πασκίζω να τιναχτώ από τον ύπνο, να σταθώ λίγη ώρα, όσο μπορώ, ορθιος.


Μια μικρή ανυπόταχτη πνοή μάχεται μέσα μου απελπισμένα να νικήσει την ευτυχία, την κούραση και το θάνατο.


Γυμνάζω σαν άλογο πολεμικό το σώμα μου, το συντηρώ λιτό, γερό, πρόθυμο. Το σκληραγωγώ και το σπλαχνίζουμαι. Αλλο άλογο δεν έχω.


Συντηρώ το μυαλό μου ακοίμητο, λαγαρό, ανήλεο. Το αμολώ να παλεύει ακατάλυτα και να κατατρώει, φως αυτό, το σκοτάδι της σάρκας. Αλλο αργαστήρι να κάνω το σκοτάδι φως δεν έχω.


Συντηρώ την καρδιά μου φλεγόμενη, γενναία, ανήσυχη. Νιώθω στην καρδιά μου όλες τίς ταραχές και τις αντινομίες, τις χαρές και τις πίκρες της ζωής. Μα αγωνίζουμαι να τις υποτάξω σ' ένα ρυθμό ανώτερο από το νου, σκληρότερο από την καρδιά μου. Στο ρυθμό του Σύμπαντου που ανηφορίζει.


Η Κραυγή κηρύχνει μέσα μου επιστράτεψη. Φωνάζει: "Εγώ, η Κραυγή, είμαι ο Κύριος ο Θεός σου! Δεν είμαι καταφύγι. Δεν είμαι σπίτι κι ελπίδα. Δεν είμαι Πατέρας, δεν είμαι Γιος, δεν είμαι Πνέμα. Είμαι ο Στρατηγός σου!


"Δέν είσαι δούλος μου μήτε παιχνίδι στις απαλάμες μου. Δεν είσαι φίλος μου, δεν είσαι παιδί μου. Είσαι ο σύντροφος μου στη μάχη.


"Κράτα γενναία τα στενά που σου μπιστεύτηκα· μην τα προδώσεις! Χρέος έχεις και μπορείς στο δικό σου τον τομέα να γίνεις ήρωας.


"Αγάπα τον κίντυνο. Τι είναι το πιο δύσκολο; Αυτό θέλω! Ποιο δρόμο να πάρεις; Τον πιο κακοτράχαλον ανήφορο. Αυτόν παίρνω κι εγώ· ακλούθα μου!


"Να μάθεις να υπακούς. Μονάχα όποιος υπακούει σε ανώτερο του ρυθμό είναι λεύτερος.


"Να μάθεις να προστάζεις. Μονάχα όποιος μπορεί να προστάζει είναι αντιπρόσωπος μου απάνω στη γης ετούτη.


"Ν' αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.


"Ν' αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους· να ζητάς συντρόφους!


"Να 'σαι ανήσυχος, αφχαρίστητος, απροσάρμοστος πάντα. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση.


"Που πάμε; Θα νικήσουμε ποτέ; Προς τι όλη τούτη η μάχη; Σώπα! Οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτούνε!"


Σκύβω κι αφουκράζουμαι την πολεμική τούτη Κραυγή στα σωθικά μου. Αρχίζω και μαντεύω το πρόσωπο του Αρχηγού, ξεκαθαρίζω τη φωνή του, δέχουμαι με χαρά και με τρόμο τις σκληρές εντολές του.


Ναι, ναι, δεν είμαι τίποτα. Ένας αχνός φωσφορισμός απάνω στην ογρή πεδιάδα, ένα άθλιο σκουλήκι που σούρνεται κι αγαπάει, φωνάζει και μιλάει για φτερούγες, μια ώρα, δυο ώρες, κι ύστερα το στόμα του φράζει με χώματα. Αλλη απόκριση οι σκοτεινές δυνάμες δε δίνουν.


Μα μέσα μου, μια Κραυγή ανώτερη μου φωνάζει αθάνατη. Τι, θέλοντας και μη, είμαι κι εγώ, σίγουρα, ένα κομμάτι από τ' ορατό κι αόρατο Σύμπαντο. Είμαστε ένα. Οι δυνάμες που δουλεύουν εντός μου, οι δυνάμες που με σπρώχνουν και ζω, οι δυνάμες που με σπρώχνουν και πεθαίνω είναι, σίγουρα, και δικές του δυνάμες.


Δεν είμαι ένα μετέωρο αρίζωτο στον κόσμο. Είμαι χώμα από το χώμα του και πνοή από την πνοή του.


Δε φοβούμαι μοναχός, δεν ελπίζω μοναχός, δε φωνάζω μοναχός μου. Μια παράταξη μεγάλη, μια φόρα του Σύμπαντου φοβάται, ελπίζει, φωνάζει μαζί μου.


Είμαι ένα πρόχειρο γιοφύρι, και Κάποιος αποπάνω μου περνάει και γκρεμίζουμαι ξοπίσω του. Ένας Αγωνιστής με διαπερνάει, τρώει τη σάρκα μου και το μυαλό μου, ν' ανοίξει δρόμο, να γλιτώσει από μένα. Όχι εγώ, Αυτός φωνάζει!


Β' Η ΡΑΤΣΑ


Η Κραυγή δεν είναι δική σου. Δε μιλάς εσύ, μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι με το στόμα σου. Δεν πεθυμάς εσύ· πεθυμούν αρίφνητες γενεές απόγονοι με την καρδιά σου.


Οι νεκροί σου δεν κείτουνται στο χώμα. Γένηκαν πουλιά, δέντρα, αγέρας. Κάθεσαι στον ίσκιο τους, θρέφεσαι με τη σάρκα τους, αναπνές το χνότο τους. Γένηκαν Ιδέες και πάθη, κι ορίζουν τη βουλή σου και την πράξη.


Οι μελλούμενες γενεές δε σαλεύουν μέσα στον αβέβαιο καιρό, μακριά από σένα. Ζουν, ενεργούν και θέλουν μέσα στα νεφρά και στην καρδιά σου.


Το πρώτο σου χρέος πλαταίνοντας το εγώ σου είναι, στην αστραπόχρονη τούτη στιγμή που περπατάς στη γης, να μπορέσεις να ζήσεις την απέραντη πορεία, την ορατή και την αόρατη, του εαυτού σου.


Δεν είσαι ένας· είσαι ένα σώμα στρατού. Μια στιγμή κάτω από τον ήλιο φωτίζεται ένα από τα πρόσωπα σου. Κι ευτύς σβήνει κι ανάβει άλλο, νεώτερο σου, ξοπίσω σου.


Η ράτσα σου είναι το μεγάλο σώμα, το περασμένο, το τωρινό και το μελλούμενο. Εσύ είσαι μια λιγόστιγμη έκφραση, αυτή είναι το πρόσωπο. Εσύ είσαι ο ίσκιος, αυτή το κρέας.


Δεν είσαι λεύτερος. Αόρατα μυριάδες χέρια κρατούν τα χέρια σου και τα σαλεύουν. Όταν θυμώνεις, ένας προπάππος αφρίζει στο στόμα σου· όταν αγαπάς, ένας πρόγονος σπηλιώτης μουγκαλιέται όταν κοιμάσαι, ανοίγουν οι τάφοι μέσα στη μνήμη και γιομώνει βουρκόλακες η κεφαλή σου.


Ένας λάκκος αίμα είναι η κεφαλή σου, και μαζώνουνται κοπάδια κοπάδια οι γίσκιοι των πεθαμένων και σε πίνουν να ζωντανέψουν.


"Μην πεθάνεις, για να μην πεθάνουμε!" φωνάζουν μέσα σου οι νεκροι. "Δεν προφτάσαμε να χαρούμε τις γυναίκες που πεθυμήσαμε· πρόφτασε εσύ, κοιμήσου μαζί τους! Δεν προφτάσαμε να κάμουμε έργα τις Ιδέες μας· κάμε τις έργα εσύ! Δεν προφτάσαμε να συλλάβουμε και να στερεώσουμε το πρόσωπο της ελπίδας μας· στερέωσε το εσύ!


"Τέλεψε το έργο μας! Τέλεψε το έργο μας! Μέρα νύχτα μπαινοβγαίνουμε στο κορμί σου και φωνάζουμε. Όχι, δε φύγαμε, δεν ξεκορμίσαμε από σένα, δεν κατεβήκαμε στη γης. Μέσα από τα σωθικά σου ξακλουθουμε τον αγώνα. Λύτρωσε μας!"


Δε φτάνει ν' ακούς μέσα σου τη βουή των προγόνων. Δε φτάνει να τους νιώθεις να παλεύουν μπροστά από το κατώφλι του νου σου. Όλοι χύνουνται να πιαστούν από το ζεστό μυαλό σου, ν' ανέβουν πάλι στο φως της μέρας.


Μα εσύ να ξεδιαλέγεις. Ποιος πρόγονος να γκρεμιστεί πίσω στα τάρταρα του αίματου σου και ποιος ν' ανηφορίσει πάλι στο φως και στο χώμα.


Μην τους λυπάσαι! Κάθου άγρυπνος στην καταβόθρα της καρδιάς σου και ξεδιάλεγε. Τούτος ο ίσκιος, να λες, είναι ταπεινός, σκοτεινός, σα ζώο· να φύγει! Τούτος είναι σιωπηλός και φλεγόμενος, πιο ζωντανός από μένα· ως πιει το αίμα μου όλο!


Φώτισε το σκοτεινό αίμα των προγόνων, σύνταξε τις κραυγές τους σε λόγο, καθάρισε τη βούληση τους, πλάτυνε το στενό τους ανήλεο μέτωπο· αυτό είναι το δεύτερο σου χρέος.


Γιατί δεν είσαι μονάχα σκλάβος. Ευτύς ως γεννήθηκες, μια νέα πιθανότητα γεννήθηκε μαζί σου, ένας λεύτερος σκιρτημός τρικυμίζει τη μεγάλη ζοφερή καρδιά του σογιού σου.


Φέρνεις, θες δε θες, ένα νέο ρυθμό. Μια νέα επιθυμία, μια νέα Ιδέα, μια θλίψη καινούρια. Θες δε θες, πλουτίζεις το πατρικό σου το σώμα.


Κατά που θα κινήσεις; Πώς θ' αντικρίσεις τη ζωή και το θάνατο, την αρετή και το φόβο; Όλη η γενεά καταφεύγει στο στήθος σου και ρωτάει και προσδοκάει με αγωνία.


Έχεις ευθύνη. Δεν κυβερνάς πια μονάχα τη μικρή ασήμαντη ύπαρξη σου. Είσαι μια ζαριά όπου για μια στιγμή παίζεται η μοίρα του σογιού σου.


Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες. Όπως περπατάς, ανοίγεις, δημιουργός την κοίτη όπου θα μπει και θα όδέψει ο ποταμός των απόγονων.


Όταν φοβάσαι, ο φόβος διακλαδώνεται σε αναρίθμητες γενεές και εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου. Όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου αλάκερη υψώνεται και αντρειεύει.


"Δεν είμαι ένας! Δεν είμαι ένας!" Τ όραμα τούτο κάθε στιγμή να σε καίει.


Δεν είσαι ένα άθλιο λιγόστιγμο κορμί· πίσω από την πήλινη ρεούμενη μάσκα σου ένα πρόσωπο χιλιοχρονίτικο ενεδρεύει. Τα πάθη σου κι οι Ιδέες σου είναι πιο παλιά από την καρδιά κι από το μυαλό σου.


Το σώμα σου το αόρατο είναι οι πεθαμένοι πρόγονοι κι οι απόγονοι οι αγέννητοι. Το σώμα σου τ' ορατό είναι οι άντρες, οι γυναίκες και τα παιδιά που ζουν της εδικής σου ράτσας.


Μονάχα εκείνος λυτρώθηκε από την κόλαση του εγώ του που νιώθει να πεινάει όταν ένα παιδί της ράτσας του δεν έχει να φάει, και να σκιρτάει πασίχαρος όταν ένας άντρας και μια γυναίκα του σογιού του φιλιούνται.


Όλα τούτα είναι μέλη του μεγάλου ορατού κορμιού σου. Πονάς και χαίρεσαι σκορπισμένος ως τα πέρατα της Γης μέσα σε χιλιάδες ομοαίματα κορμιά.


Όπως μάχεσαι για το μικρό σου το σώμα, πολέμα και για το μεγάλο. Πολέμα όλα τούτα τα κορμιά σου να γίνουνε δυνατά, λιτά, πρόθυμα. Να φωτιστεί ο νους τους, να χτυπάει η καρδιά τους φλεγόμενη, γενναία, ανήσυχη.


Πως μπορείς να 'σαι δυνατός, φωτεινός, γενναίος, αν οι αρετές τούτες δεν τρικυμίζουν αλάκερο το μεγάλο σου το σώμα; Πως μπορείς να σωθείς, αν δε σωθεί αλάκερο σου το αίμα; Ένας από τη ράτσα σου να χαθεί, σε συντραβάει στο χαμό του. Ένα μέλος του κορμιού και του νου σου σαπίζει.


Να ζεις βαθιά, όχι σαν Ιδέα, παρά ως σάρκα κι αίμα, την ταυτότητα τούτη.


Είσαι ένα φύλλο στο μέγα δέντρο της ράτσας. Να νιώθεις το χώμα ν' ανεβαίνει από τις σκοτεινές ρίζες και ν' απλοκαμιέται στα κλαριά και στα φύλλα.


Ποιος είναι ο σκοπός σου; Να μάχεσαι να πιαστείς στέρεα από το κλαρί, κι είτε σα φύλλο είτε σαν άνθος είτε σαν καρπός να σαλεύει μέσα σου, ν' ανανεώνεται και ν' αναπνέει αλάκερο το δέντρο.


Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει.


Αγωνία μέσα σου. Κάποιος παλεύει να φύγει, να ξεσκιστεί από τη σάρκα σου, να γλιτώσει από σένα. Ένας σπόρος στα νεφρά σου, ένας σπόρος στο μυαλό σου δε θέλει πια να 'ναι μαζί σου, δε χωράει πια στο σπλάχνο σου, μάχεται για ελευτερία.


"Πατέρα, δε χωρώ στην καρδιά σου, θέλω να τη συντρίψω, να περάσω Πατέρα, μισώ το σώμα σου, ντρέπουμαι που είμαι κολλημένος μαζί σου, θα φύγω!


"Κατάντησες άλογο οκνό, τα πόδια σου πια δεν μπορούν ν' ακλουθούν το ρυθμό της καρδίας μου. Βιάζουμαι. Θα πεζέψω, θα καβαλήσω άλλο κορμί και θα σε αφήσω στο δρόμο!"


Και συ, ο πατέρας, χαίρεσαι γρικώντας την καταφρονετικιά φωνή του παιδιού σου. "Όλα, όλα για το γιο μου!" φωνάζεις. "Εγώ δεν είμαι τίποτα. Εγώ είμαι ο πίθηκος, αυτός ο άνθρωπος. Εγώ είμαι ο άνθρωπος, αυτός ο γιος του ανθρώπου!"


Μια δύναμη μέσα σου, ανώτερη σου, διαπερνάει συντρίβοντας το κορμί σου και το νου σου και φωνάζει: "Παίξε το τωρινό και το σίγουρο, παίξε το για το μελλούμενο κι αβέβαιο!


"Μην κρατάς τίποτα για υστερνή. Μου αρέσει ο κίντυνος. Μπορεί να χαθούμε, μπορεί να σωθούμε. Μη ρωτάς! Απίθωνε κάθε στιγμή στα χέρια του κίντυνου τον κόσμον όλο! Εγώ, ο σπόρος του αγέννητου, τρώγω τα σωθικά της ράτσας σου και φωνάζω!"


Γ' Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ


Δε μιλάς εσύ. Μήτε είναι η ράτσα μονάχα μέσα σου που φωνάζει· μέσα σου οι αρίφνητες γενεές των ανθρώπων· άσπροι, κίτρινοι, μαύροι· χιμούν και φωνάζουν.


Λευτερώσου κι από τη ράτσα· πολέμα να ζήσεις όλο τον αγωνιζόμενον άνθρωπο. Κοίτα τον πώς ξεμασκάλισε από τα ζώα, πώς μάχεται να σταθεί όρθιος, να ρυθμίσει τίς άναρθρες κραυγές, να συντηρήσει τη φλόγα ανάμεσα στις πυροστιές, να συντηρήσει το νου ανάμεσα στα κόκαλα της κεφαλής του.


Έλεος να σε κυριέψει για το πλάσμα τούτο που ξεκόρμισε ένα πρωί από τους πίθηκους, γυμνό, ανυπεράσπιστο, χωρίς κέρατα και δόντια, μονάχα με μια σπίθα φωτιά στο μαλακό του το καύκαλο.


Δεν ξέρει από που έρχεται και κατά που πάει. Μα θέλει, αγαπώντας, δουλεύοντας, σκοτώνοντας, να κυριέψει τη γης.


Κοίταξε τους ανθρώπους, λυπήσου τους. Κοίταξε τον εαυτό σου ανάμεσα στους ανθρώπους, λυπήσου τον. Μέσα στο θαμπό σούρουπο της ζωής αγγίζουμε ο ένας τον άλλον, ψαχνόμαστε, ρωτούμε, αφουκραζόμαστε· φωνάζουμε βοήθεια!


Τρέχουμε. Ξέρουμε πώς τρέχουμε να πεθάνουμε, μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Τρέχουμε.


Μια λαμπάδα κρατούμε και τρέχουμε. Το πρόσωπο μας, μια στιγμή, φωτίζεται· μα βιαστικά παραδίνουμε τη λαμπάδα στο γιο μας κι εύτύς σβήνουμε, κατεβαίνουμε στον Αδη.


Η μάνα κοιτάει μπροστά, κατά την κόρη· η κόρη κοιτάει κι αυτή μπροστά, πέρα από του αντρός της το κορμί, κατά το γιο 'να πώς πορεύεται στη γης ετούτη ο Αόρατος.


Όλοι, χωρίς έλεος, κοιτάζουμε καταμπροστά, σπρωγμένοι από τεράστιες πίσω μας αλάθευτες σκοτεινές δυνάμες.


Σηκώσου απάνω από το πρόσκαιρο μετερίζι του κορμιού σου, κοίταξε πίσω τους αιώνες. Τι βλέπεις; Ζώα γιομάτα τρίχες κι αίματα ανεβαίνουν από τη λάσπη ανταρεμένα. Ζώα γιομάτα τρίχες κι αίματα κατεβαίνουν από τα κορφοβούνια ανταρεμένα.


Σμίγουν μουγκρίζοντας οι δυό στρατοί σαν άντρας με γυναίκα και γίνουνται ένας βώλος αίμα, μυαλό και λάσπη.


Κοίταξε· οι λαοί ανεβαίνουν σα χλόη από τα χώματα και πέφτουν πάλι στα χώματα, λίπασμα γονερό για τις μελλούμενες σπορές. Κι η γης παχαίνει από τη στάχτη, από τα αίματα κι από τα μυαλά των ανθρώπων.


Αρίφνητοι χάνουνται μεσοστρατίς, γεννιούνται και πεθαίνουν στείροι. Καταβόθρες ξαφνικά ανοίγουνται μες στο σκοτάδι, γκρεμίζουνται λαοί, προστάγματα δίχως συνοχή γρικιούνται μέσα στην ακατάστατη βουή, και το ανθρώπινο κοπάδι ταράζεται και σκορπίζει.


Ξαφνικά μαντεύουμε κάτωθε και γύρα μας και μέσα στην άβυσσο της καρδιάς μας τις τυφλές, αχόρταγες, χωρίς καρδιά, χωρίς μυαλό δυνάμες.


Σ' ένα πέλαγο τρικυμισμένο αρμενίζουμε, το νιώθουμε σε μιαν κίτρινη αστραπή, σ' ένα τσόφλι μπιστευτήκαμε τα πλούτη μας, τα παιδιά και τους θεούς μας.


Κύματα σκοτεινά, πηχτά, όλο αίματα οι αίώνες ανεβοκατεβαίνουν. Η κάθε στιγμή είναι μια άβυσσο που ανοίγει.


Αγνάντευε το σκοτεινό πέλαγο χωρίς να τρεκλίζεις, κοίταζε κατάματα την άβυσσο, κάθε στιγμή, χωρίς φαντασία, αναίδεια και φόβο. Χωρίς φαντασία, αναίδεια και φόβο. Μα δε φτάνει· κάμε ένα βήμα ακόμα· πολέμησε να δώσεις νόημα στ' ασυνάρτητα παλέματα του ανθρώπου.


Γύμναζε την καρδιά σου να κυβερνάει όσο μπορεί πιο απλόχωρη παλαίστρα. Ανακύκλωνε σ' έναν αιώνα, υστέρα σε δυο αιώνες, υστέρα σε τρεις, σε δέκα, σε όσους αιώνες αντέχεις, την πορεία του ανθρώπου. Γύμναζε το μάτι σου να θεάται να κινούνται λαοί σε μεγάλα χρονικά διαστήματα.


Βυθίζου στ' όραμα τούτο με υπομονή, με αγάπη κι υψηλή αφιλοκέρδεια· ωσότου αγάλια εντός σου ο κόσμος ν' ανασάνει: να φωτιστούν οι αγωνιζόμενοι, να σμίξουν στην καρδιά σου και ν' αναγνωριστούν αδερφοί.


Η καρδιά σμίγει ό,τι ο νους χωρίζει, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη.


Ακροπόδιζε στον αχόρταγο γκρεμό και πολέμα να συντάξεις τ' όραμα. Ανασήκωσε την πολύχρωμη καταπαχτή του μυστήριου· τ' άστρα, τις θάλασσες, τους ανθρώπους, τις Ιδέες· δώσε μορφή και νόημα στην άμορφη, άμυαλη απεραντοσύνη.


Περιμάζωξε στην καρδιά σου όλες τις τρομάρες, ανασύνθεσε όλες τις λεπτομέρειες. Ένας κύκλος είναι η λύτρωση· κλείσε τον!


Τι θα πει ευτυχία; Να ζει όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια.


Είμαστε ένα γράμμα ταπεινό, μια συλλαβή, μια λέξη από τη γιγάντια Οδύσσεια. Είμαστε βυθισμένοι σ' ένα γιγάντιο τραγούδι και λάμπουμε όπως λάμπουν τα ταπεινά χοχλάδια όσο είναι βυθισμένα στη θάλασσα.


Ποιο είναι το χρέος μας; Ν' ανασηκώσουμε το κεφάλι από το κείμενο, μια στιγμή, όσο αντέχουν τα σπλάχνα μας, και ν' αναπνέψουμε το υπερπόντιο τραγούδι.


Να σμίξουμε τις περιπέτειες, να δώσουμε νόημα στο ταξίδι, να παλεύουμε ακατάλυτα με τους ανθρώπους, με τους θεούς και με τα ζώα, κι αργά, υπομονετικά, να μολώνουμε μέσα στα φρένα μας, μελούδι από το μελούδι μας, την Ιθάκη.


Σαν ένα νησί, αργά, με φοβερόν αγώνα, υψώνεται μέσα από τον ωκεανό του ανύπαρχτου το έργο του ανθρώπου.


Μέσα στο μερόνυχτα στερεούμενο τούτο αλώνι οι γενεές δουλεύουν, αγαπούν, ελπίζουν, αφανίζουνται. Νέες γενεές πατούν τα κουφάρια των πατέρων, συνεχίζουν το έργο απάνω στην άβυσσο και μάχουνται να μερώσουν το τρομερό μυστήριο· πώς; καλλιεργώντας ένα χωράφι, φιλώντας μια γυναίκα, μελετώντας μιαν πέτρα" ένα ζώο, μιαν Ιδέα.


Έρχουνται σεισμοί, το νησί σαλεύει, μια γωνιά γκρεμίζεται, μια άλλη ανεβαίνει από τ' ανήλιαγα κύματα.


Ένας αργάτης πελαγίσιος είναι ο νους, κι είναι η δουλειά του να μολώνει το χάος.


Απ' όλες τούτες τις γενεές, άπ' όλες τις δυστυχίες και τις χαρές, από τους έρωτες, από τους πολέμους, από τις Ιδέες, αναδίνεται μια φωνή αγνή και γαλήνια· αγνή και γαλήνια, γιατί περιέχει όλες τις αμαρτίες και τις ανησυχίες του αγωνιζόμενου ανθρώπου και τις ξεπερνάει κι ανεβαίνει.


Μέσα απ' όλο τούτο το ανθρώπινο υλικό ένας ανηφορίζει με τα χέρια, με τα πόδια, πνιμένος στα δάκρυα και στα αίματα, κι αγωνίζεται να σωθεί. Να σωθεί από ποιόν; Από το κορμί που τον περικλείνει, από το λαό που τον αναβαστάει, από τη σάρκα, από την καρδιά κι από τα φρένα του ανθρώπου.


- Κύριε, ποιος είσαι; Σάν Κένταυρος υψώνεσαι μπροστά μου, με τα χέρια στον ουρανό τανυσμένα, με τα πόδια καρφωμένα στη λάσπη.

- Είμαι Εκείνος που αιώνια ανεβαίνει!

- Γιατί ανεβαίνεις; Ξενεφρίζεσαι, αγωνιάς, μάχεσαι να ξεθηκαρώσεις από το ζώο. Από το ζώο κι από τον άνθρωπο. Μη με αφήνεις!

- Μάχουμαι, ανεβαίνω, για να μην πνιγώ. Απλώνω τα χέρια μου, πιάνουμαι απ' όλα τα ζεστά κορμιά, σηκώνω απάνω από το μυαλό το κεφάλι μου για ν' αναπνέψω· ολούθε πνίγουμαι, πουθενά δε χωρώ!

- Κύριε, γιατί τρέμεις;

- Φοβούμαι! Ο σκοτεινός ανήφορος δεν έχει τελειωμό. Μια φλόγα είναι η κεφαλή μου κι αιώνια ξεκορμίζει· μα το πνέμα της νύχτας αιώνια φυσάει να με σβήσει. Ο αγώνας μου όλος πάσα στιγμή κιντυνεύει. Ο αγώνας μου όλος σε κάθε κορμί κιντυνεύει. Πατώ, παραπατώ μέσα στις σάρκες, σαν ένας νυχτωμένος στρατοκόπος, και φωνάζω: Βοήθεια!


Δ' Η ΓΗΣ


Δε φωνάζεις εσύ. Δε φωνάζει η ράτσα σου μέσα στο εφήμερο στήθος σου. Δε φωνάζουν μονάχα οι άσπρες, οι κίτρινες, οι μαύρες γενεές των ανθρώπων στην καρδιά σου. Η Γης αλάκερη, με τα νερά και τα δέντρα της, με τα ζώα, με τους ανθρώπους και τους θεούς της μέσα στο στήθος σου φωνάζει.


Ανασηκώνεται η Γης μέσα στα φρένα σου και θωράει για πρώτη φορά αλάκερο το σώμα της.


Ανατριχιάζει· είναι ένα ζώο που τρώει, γεννάει, σαλεύει, θυμάται. Πεινάει, τρώει τα παιδιά της -φυτά, ζώα, ανθρώπους, ιδέες- τ' αλέθει στα σκοτεινά σαγόνια της, τα ξαναπερνάει από το κορμί της και τα ξαναχύνει στο χώμα.


Θυμάται, αναμαυλάει τα πάθη της. Μέσα στην καρδιά μου το μνημονικό της ανοίγει, απλώνεται, κυριεύει τον καιρό.


Δεν είναι τούτη η καρδιά που πηδάει και χτυπάει μέσα στο αίμα. Είναι η Γης αλάκερη. Στρέφεται πίσω της και ξαναζεί το φοβερό ανηφόρισμά της στο χάος.


Θυμούμαι μιαν ατέλειωτη ερημιά από άναρχη φλεγόμενη ύλη. Καίγουμαι! Περνώ τον άμετρο ανοργάνωτο καιρό, ολομόναχος, απελπισμένος, κραυγάζοντας στην έρημία.


Κι αργά η φλόγα καταλαγιάζει, η μήτρα της ύλης δροσερεύει, ζωντανεύει η πέτρα, και θρύβεται· κι ανεβαίνει τρέμοντας στον αγέρα ένα μικρό, πράσινο φύλλο. Πιάνεται από το χώμα, στερεώνεται, σηκώνει το κεφάλι του και τα χέρια, αρπάζει τον αγέρα, το νερό, το φως, αρμέγει το Σύμπαντο.


Αρμέγει το Σύμπαντο και θέλει να το περάσει από το λιγνό σαν την κλωστή κορμί του και να το κάμει ανθό, καρπό και σπόρο. Να το κάμει αθάνατο.


Ανατριχιάζει η θάλασσα, σκίζεται σε δυο, κι ανεβαίνει από το λασπερό βυθό της ένα λιμασμένο, ανήσυχο, αόμματο σκουλήκι.


Νικήθηκε το βάρος, ανασηκώθηκε η πλάκα του θανάτου, προβαίνουν γιομάτα έρωτα και πείνα οι στρατιές τα δέντρα και τα ζώα.


Κοιτώ τη Γης με το λασπωμένο μυαλό της κι ανατριχιάζω ξαναζώντας τον κίντυνο. Μπορούσα να βουλιάξω, να χαθώ μέσα στις ρίζες τούτες που πίνουν μ' ευδαιμονία τη λάσπη· μπορούσα να πλαντάξω μέσα στο χοντρό τούτο μυριοζάρωτο τομάρι· ή να σπαράζω αιώνια μέσα στο αιματερό σκοτεινό καύκαλο του παμπάλαιου πρόγονου.


Μα γλίτωσα. Πέρασα τα παχιόφλουδα φυτά, πέρασα τα ψάρια, τα πουλιά, τα θεριά, τους πιθήκους. Έκαμα τον άνθρωπο.


Έκαμα τον άνθρωπο, και τώρα μάχουμαι να τον ξεκάμω!


"Δε χωρώ! Δε χωρώ! Θέλω να ξεφύγω!" Η κραυγή τούτη αιώνια ρήμαζε και κάρπιζε τα σωθικά του κόσμου. Πηδούσε από σώμα σε σώμα, από γενεά σε γενεά, από είδος σε είδος, ολοένα πιο σαρκοβόρα και πιο δυνατή. Όλοι οι γονιοί φωνάζουν: "Θέλω να γεννήσω γιον ανώτερο μου!"


Στις φοβερές στιγμές που η Κραυγή περνάει από το κορμί μας, νιώθουμε μιαν προανθρώπινη δύναμη ανήλεη να μας σπρώχνει. Ένα χείμαρρο βουερό, λασπερό από πίσω μας, γιομάτο αίμα, δάκρυα, ιδρώτα, αλαλαγμούς χαράς, ηδονής και θανάτου.


Ένας άνεμος ερωτικός φυσάει απάνω στη Γης, ίλιγγος κυριεύει όλα τα ζωντανά και σμίγουν στη θάλασσα, στις σπηλιές, στον αγέρα, κάτω από το χώμα, μεταγγίζοντας από κορμί σε κορμί μια μεγάλη ακατανόητη αγγελία.


Και τώρα μονάχα εμείς, νογώντας πίσω μας την έφοδο, θαμπά αρχινούμε και μαντεύουμε γιατί πάλευαν, γεννούσαν και πέθαιναν τα ζώα, και πίσω τους τα φυτά, και πίσω όλη η ανοργάνωτη εφεδρεία.


Έλεος, ευγνωμοσύνη και σέβας μας κυριεύει για τους παλιούς μας συντρόφους στη μάχη. Δούλευαν, αγαπούσαν και πέθαιναν για ν' ανοίξουν το δρόμο να περάσουμε.


Όμοια κι εμείς, μέσα στην ίδια ηδονή, παράφορα κι αγωνία, δουλεύουμε για κάποιον Αλλον, που σε κάθε γενναία μας πράξη προχωράει κι ένα βήμα.


Όλος μας ο αγώνας θα 'χει πάλι ένα σκοπό ανώτερο μας, όπου θα χρησιμέψουν και θ' αγιάσουν οι μόχτοι μας, οι αθλιότητες και τα εγκλήματα.


Μια έφοδο είναι τούτη! Μια πνοή χιμάει, τρικυμίζει, καρποβολάει την ύλη, περνάει τα ζώα, δημιουργάει τον άνθρωπο, πιάνεται από πάνω του σαν όρνιο αρπαχτικό και στρηνιάζει.


Είναι η σειρά μας! Μας δουλεύει, κατεργάζεται εντός μας την ύλη και την κάνει πνέμα, πατάει το μυαλό μας, πηδάει καβάλα στο σπέρμα και μάχεται, κλοτσώντας πίσω το κορμί μας, να ξεφύγει.


Σα να 'ναι όλη η ζωή ετούτη τ' ορατό αιώνιο κυνήγι ενός αόρατου Γαμπρού, που κυνηγάει από κορμί σε κορμί την αιωνιότητα, την αδάμαστη Νύφη.


Κι εμείς, όλο το ψίκι της γαμήλιας πομπής, φυτά, ζώα, άνθρωποι, χιμούμε τρέμοντας προς τη μυστική παστάδα. Και καθένας κρατάει με δέος τα ιερά σύμβολα του γάμου· άλλος το Φαλλό, άλλος τη Μήτρα.


ΤΟ ΟΡΑΜΑ


Ακουσες την Κραυγή και κίνησες. Πέρασες από αγώνα σε αγώνα όλες τις πολεμικές θητείες του στρατευόμενου ανθρώπου.


Πολέμησες μέσα στο μικρό τσαντίρι του κορμιού σου, μάνα, στενή σου φάνταξε η παλαίστρα, πνίγουσουν, και χύθηκες να ξεφύγεις.


Στρατοπέδεψες στη ράτσα σου, γιόμωσες χέρια και καρδιές, ανάστησες με το αίμα σου τους φοβερούς προγόνους και κίνησες μαζί με τους νεκρούς, τους ζωντανούς και τους αγέννητους να πολεμήσεις.


Και μονομιάς όλες οι ράτσες κίνησαν μαζί σου, το ίερό στράτεμα του ανθρώπου ανασυντάχτηκε ξοπίσω σου, όλη η γης βούισε σα στρατόπεδο.


Ανέβηκες, κι από αψηλή κορφή αλάκερο το σχέδιο της μάχης διακλαδώθηκε μέσα στους γύρους του μυαλού σου κι όλες οι αντιμαχόμενες εκστρατείες έσμιξαν στο μυστικό στρατόπεδο της καρδιάς σου.


Κι από πίσω συντάχτηκαν τα ζώα και τα φυτά, σα μεταγωγικά στα μαχόμενα μπροστά στρατέματα του ανθρώπου.


Τώρα η Γης αλάκερη πιάστηκε απάνω σου, έγινε κορμί σου, φωνάζει μέσα στο χάος.


Πώς να πολιορκήσω με λόγια το φοβερό τούτο δράμα; Σκύβω στο χάος κι αφουκράζουμαι. Ένας ανεβαίνει αγκομαχώντας μυστικό, επικίντυνο ανήφορο.


Μοχτάει, αγωνίζεται με πείσμα ν' ανηφορίσει. Μα βρίσκει εμπόδιο αντίδρομή του ορμή: Ένας κατεβαίνει βιαστικά μυστικό, καλόβολο πολύ κατήφορο.


Η Πνοή, μέσα στο ρέμα το πηχτό που κατεβαίνει, μελίζεται, στροβιλίζεται και μια στιγμή· όσο βαστάει κάθε ζωή· σοζυγιάζουνται οι δυο αντίδρομες επιθυμίες.


Να πώς γεννιούνται τα κορμιά, να πώς δημιουργιέται ο κόσμος κι ισορροπούνε μέσα στα ζωντανά οι δυο αντιστρατευόμενες δυνάμες.


Μια στιγμή, τον Ένα που ανηφορίζει τον περιτυλίγει σφιχτά ένα σώμα αγαπημένο, το σώμα του, και του αργοποράει το ανέβασμα. Μα γρήγορα, με τον έρωτα, με το θάνατο, του ξεφεύγει. Κι εξακολουθεί την πορεία.


Πατάει το άψυχο, πλάθει το φυτό και το γιομώνει. Στρατοπεδεύει αλάκερος· αλάκερος, θα πει: μαζί με τη λαχτάρα και τη δύναμη να ξεφύγει.


Ανασηκώνεται λίγο, αναπνέει με κόπο, πνίγεται. Παρατάει στα φυτά όσο βάρος, όση νάρκη κι ακινησία μπορεί, αλαφρώνει και πηδάει, αλάκερος πάλι, πιο πέρα και πιο πάνω, δημιουργώντας τα ζώα, και στρατοπεδεύει αλάκερος στα νεφρά τους.


Αλάκερος, πάλι, θα πει: μαζί με τη λαχτάρα και τη δύναμη να ξεφύγει.


Τα σώματα αναπνένε, θρέφουνται, ταμιεύουν δυνάμες, και σε μια στιγμή ερωτική συντρίβουνται, ξοδεύουν τα πάντα κι αδειάζουν, για ν' αφήσουν στο γιο την ψυχή τους. Ποιαν ψυχή; Την ορμή προς τ' απάνω!


Λαγαρίζεται αργά, με αγώνα, ανάμεσα από τα κορμιά τους, παρατάει πάνω τους όσα πάθη, όση σκλαβιά, ανημποριά και σκοτάδι μπορεί.


Κι ανασηκώνεται πάλι, πιο ανάλαφρος, και χιμάει να ξεφύγει· κι η ορμή τούτη για την ελευτερία, παλεύοντας με την ύλη, αργά δημιουργάει την κεφαλή του ανθρώπου.


Και τώρα, το νιώθουμε με τρόμο, μάχεται πάλι να ξεφύγει από πάνω μας, να μας παραπετάξει με τα φυτά και τα ζώα, να πηδήξει πιο πέρα. Ήρθε χαρά και πίκρα μεγάλη! η στιγμή να παραπεταχτουμε κι εμείς, οι πρωτοπόροι, στην εφεδρεία.


Πίσω από τη ροή του κορμιού και του μυαλού μου, πίσω από τη ροή της ράτσας μου και των ανθρώπων, πίσω από τη ροή των ζώων και των φυτών, βλέπω τρέμοντας τον Αόρατο που πατάει όλα τα ορατά κι ανεβαίνει.


Και κάτω από τη βαριά, αίματωμένη του πατούσα γρικώ όλα τα ζωντανά να συντρίβουνται.


Αγέλαστο είναι το πρόσωπο του, βουβό, σκοτεινό, πέρα από τη χαρά κι από τη θλίψη, πέρα από την ελπίδα.


Τρέμω. Είσαι συ ο Θεός μου; Το σώμα σου είναι γιομάτο μνήμη. Σαν ένας χρόνια φυλακισμένος ξόμπλιασες με αλλόκοτα δέντρα και μαλλιαρούς δράκους, μ' αιματερές περιπέτειες, με κραυγές και χρονολογίες τα μπράτσα σου και το στήθος.


Κύριε, Κύριε, μουγκαλιέσαι σα ζώο! Τα πόδια σου είναι γιομάτα αίμα και λάσπη· τα χέρια σου είναι γιομάτα αίμα και λάσπη· βαριά σα μυλόπετρα είναι τα σαγόνια σου κι αλέθουν.


Πιάνεσαι από τα δέντρα, από τα ζώα, πατάς τον άνθρωπο, φωνάζεις. Ανηφορίζεις τον ατέλειωτο μαύρο γκρεμό του θανάτου και τρέμεις.


Που πας; Πληθαίνει ο πόνος, πληθαίνει το φως και το σκοτάδι. Κλαις, πιάνεσαι απάνω μου, θρέφεσαι με το αίμα μου, αντρειεύεις και λαχτίζεις την καρδιά μου. Σε κρατώ στο στήθος μου, σε φοβούμαι και σε σπλαχνίζουμαι.


Σα να θάψαμε Κάποιον που τον θαρρούσαμε νεκρό και τώρα τον ακούμε μέσα στη νύχτα να φωνάζει: Βοήθεια! Κι ανασηκώνει με αγώνα την ταφόπετρα, την ψυχή και το κορμί μας, όλο πιο αψηλά, όλο πιο λεύτερα αναπνέοντας.


Κάθε λόγος, κάθε πράξη, κάθε Ιδέα είναι η βαριά του ταφόπετρα και την ανασηκώνει. Και το κορμί μου κι όλος ο κόσμος που αγναντεύουμε, ουρανός και γης, είναι η ταφόπετρα, κι ο Θεός αγωνίζεται να την ανασηκώσει.


Τα δέντρα φωνάζουν, τα ζώα, τ΄ άστρα: Χανόμαστε! Δυο χέρια, μεγάλα ίσαμε τον ουρανό, πετιούνται από κάθε ζωντανό και ζητούν βοήθεια.


Με τα γόνατα κλειδωμένα στο πιγούνι, με τα χέρια απλωμένα κατά το φως, με τις πατούσες των ποδιών στη ράχη, ένα κουβάρι, στριγμώνεται ο Θεός στο κάθε μόριο σάρκας.


Όταν ανοίγω ένα καρπό, τέτοιος μου ξεσκεπάζεται μέσα μου ο σπόρος. Όταν μιλώ με τους ανθρώπους, αυτό ξεκρίνω μέσα στο χοντρό, πηχτολάσπωτο μυαλό τους.


Ο Θεός μάχεται στο κάθε πράμα, με τα χέρια τανυσμένα προς το φως. Ποιο φως; Όξω κι απάνω από κάθε πράμα!


Δεν είναι μονάχα ο πόνος η ουσία του Θεού μας· μήτε η ελπίδα στη μελλούμενη ζωή είτε στην επίγεια τούτη· μήτε η χαρά κι η νίκη. Κάθε θρησκεία, υψώνοντας σε λατρεία μια από τις αρχέγονες όψες τούτες του Θεού, στενεύει την καρδιά και το νου μας.


Η ουσία του Θεού μας είναι ο ΑΓΩΝΑΣ. Μέσα στον αγώνα τούτον ξετυλίγουνται και δουλεύουν αιώνια ο πόνος, η χαρά κι η ελπίδα.


Το ανηφόρισμα, ο πόλεμος με το αντίδρομο ρέμα, γεννάει τον πόνο. Μα ο πόνος δεν είναι ο απόλυτος μονάρχης. Η κάθε νίκη, η κάθε προσωρινή ισορρόπηση στο ανηφόρισμα γιομώνει χαρά το κάθε ζωντανό, που αναπνέει, θρέφεται, ερωτεύεται και γεννάει.


Μα μέσα από τη χαρά κι από τον πόνο αναπηδάει αιώνια η ελπίδα να ξεφύγουμε από τον πόνο, να πλατύνουμε τη χαρά.


Κι αρχίζει πάλι το ανηφόρισμα· ο πόνος· και ξαναγεννιέται η χαρά και ξαναπηδάει η νέα ελπίδα. Ποτέ δεν κλείνει ο κύκλος. Δεν είναι κύκλος· είναι ένας στρόβιλος που αιώνια ανεβαίνει, πλαταίνοντας, τυλίγοντας, ξετυλίγοντας, τον τρισυπόστατον αγώνα.


Ποιος είναι ο σκοπός του αγώνα τούτου; Έτσι ρωτάει ο κακομοίρης, συφεροντολόγος πάντα, νους του ανθρώπου, ξεχνώντας πως η Μεγάλη Πνοή δε δουλεύει μέσα σε ανθρώπινο καιρό, τόπο κι αιτιότητα.


Η Μεγάλη Πνοή είναι ανώτερη από τ' ανθρώπινα τούτα ρωτήματα. Έχει πλούσιες, πολυπλάνητες ορμές, που για το λιγόπνοο νου μας φαντάζουν αντίφασες· μα μέσα στην ουσία της θεότητας αδερφώνουνται και πολεμούν όλες μαζί, πιστές παραστάτισσες.


Η αρχέγονη Πνοή διακλαδίζεται, ξεχύνεται, μάχεται, αποτυχαίνει, πετυχαίνει, ασκείται. Είναι το Ρόδο των ανέμων!


Αρμενίζουμε κι εμείς και ταξιδεύουμε, θέλοντας το και μη, ξέροντας το κι ασύνειδα, μέσα στις θεϊκές απόπειρες. Έχει λοιπόν κι εμάς η πορεία μας στοιχεία αιώνια, χωρίς αρχή και τέλος, βοηθάει το Θεό, κιντυνεύει μαζί του.


Ποια είναι η ορμή, άπ' όλες τις ορμές του Θεού, που ο άνθρωπος μπορεί να συλλάβει; Τούτη μονάχα: Μιαν κόκκινη γραμμή απάνω στη γης ξεκρίνουμε, μιαν κόκκινη αιματερή γραμμή, που με αγώνα ανηφορίζει από την ύλη στα φυτά, από τα φυτά στα ζώα, από τα ζώα στον άνθρωπο.


Ο ακατάλυτος τούτος προανθρώπινος ρυθμός είναι απάνω στη γης ετούτη η μόνη ορατή οδοιπορία του Αόρατου. Φυτά, ζώα, άνθρωποι, είναι τα σκαλοπάτια που δημιουργάει ο Θεός για να πατήσει και ν' ανέβει.


Δύσκολος, φοβερός, ατέλειωτος ανήφορος. Στήν έφοδο τούτη ο Θεός θα νικήσει, θα νικηθεί; Υπάρχει νίκη; Υπάρχει νικημός; Το σώμα μας θα σαπίσει, θα ξαναγυρίσει στο χώμα, μα Εκείνος που μια στιγμή το διαπέρασε τι θα γίνει;


Μα όλες τούτες οι έγνοιες είναι κατώτερες, κι όλες οι ελπίδες κι οι απελπισίες εξαφανίζουνται μέσα στο λιμασμένο, χωνευτό στρόβιλο του Θεού. Ο Θεός γελάει, θρηνάει, σκοτώνει, μας βάνει φωτιά και μας αφήνει μεσοστρατίς, αποκαψίδια!


Κι εγώ χαίρουμαι νιώθοντας ανάμεσα στα δυο μελίγγια μου, σαν ανοιγοσφάλιγμα ματιού, την αρχή και το τέλος του κόσμου.


Συμπυκνώνω σε μιαν αστραπόχαρη στιγμή τη σπορά, το φύτρωμα, το άνθισμα, το κάρπισμα και την εξαφάνιση του κάθε δέντρου, ζώου, ανθρώπου, άστρου και θεού.


Όλη η Γης ένας σπόρος φυτεμένος μέσα στους γύρους του μυαλού μου. Ό,τι αρίφνητα χρόνια πολεμάει μέσα στη σκοτεινή μήτρα της ύλης να ξετυλιχτεί και να καρπίσει, μέσα στο κεφάλι μου ξεσπάει σα μια μικρή βουβή αστραπή.


Αχ! την αστραπή τούτη ν' ατενίζουμε, να την κρατήσουμε μια στιγμή, να την οργανώσουμε σε ανθρώπινο λόγο!


Τη στιγμιαία τούτη αιωνιότητα που τα κλείνει όλα, περασμένα και μελλούμενα, να τη στερεώσουμε, μα δίχως να χαθεί όλο το γιγάντιο ερωτικό στροβίλισμα σε λεχτικήν ακινησία!


Σα μια κιβωτό η κάθε λέξη, και χορεύουμε γύρα της, με ανατριχίλα νογώντας το Θεό σα φοβερό της περιεχόμενο.


Ό,τι ζεις στην έκσταση ποτέ δε θα μπορέσεις να το στερεώσεις σε λόγο. Όμως μάχου ακατάπαυτα να το στερεώσεις σε λόγο. Πολέμα με μύθους, με παρομοίωσες, με αλληγορίες, με κοινές και σπάνιες λέξες, με κραυγές και με ρίμες να του δώσεις σάρκα, να στερεώσει!


Όμοια κάνει κι ο Θεός, ο Μέγας Εκστατικός. Μιλάει, μάχεται να μιλήσει, με θάλασσες και με φωτιές, με φτερά, με χρώματα, με κέρατα, με νύχια, με αστερισμούς και πεταλούδες, με ανθρώπους, όπως μπορεί, για να στερεώσει την έκσταση του.


Είμαι κι εγώ, σαν κάθε πράμα ζωντανό, στο κέντρο του παγκόσμιου στροβίλου. Είμαι το μάτι των τεράστιων ποταμών, κι όλα γύρα μου χορεύουν, κι ο κύκλος στενεύει ολοένα ορμητικότερος και χύνουνται ουρανός και γης στην κόκκινη καταβόθρα της καρδίας μου.


Κι ο Θεός με αντικρίζει με τρόμο κι αγάπη· άλλη ελπίδα δεν έχει· και λέει: "Τούτος ο Εκστατικός, που όλα τα γεννάει, τα χαίρεται και τα εξαφανίζει, τούτος ο Εκστατικός είναι ο Γιος μου!"


Η ΠΡΑΞΗ


Α' ΣΧΕΣΗ ΘΕΟΥ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


Η στερνή, η πιο ιερή μορφή της θεωρίας είναι η πράξη.


Όχι να βλέπεις πώς πηδάει η σπίθα από τη μια γενεά στην άλλη, παρά να πηδάς, να καίγεσαι μαζί της.


Η πράξη είναι η πλατύτερη θύρα της λύτρωσης. Αυτή μονάχα μπορεί να δώσει απόκριση στα ρωτήματα της καρδιάς. Μέσα στις πολύγυρες περιπλοκές του νου, αυτή βρίσκει το συντομώτερο δρόμο. Όχι βρίσκει· δημιουργάει δρόμο, κόβοντας δεξά ζερβά την αντίσταση της λογικής και της ύλης.


Γιατί αγωνίστηκες πίσω από τα φαινόμενα κυνηγώντας τον Αόρατο; Γιατί όλη ετούτη η πολεμική, η ερωτική πορεία ανάμεσα από τη σάρκα σου, από τη ράτσα, από τον άνθρωπο, από τα φυτά κι από τα ζώα; Γιατί, πέρα από τους άθλους τούτους, ο γάμος ο μυστικός, ο τέλειος εναγκαλισμός, η βακχική μαινόμενη επαφή μέσα στο σκοτάδι και στο φως;


Για να φτάσεις άπ' όπου κίνησες· στο εφήμερο, παλλόμενο, μύστηριώδικο σημείο της ύπαρξης σου, με νέα μάτια, με νέα αυτιά, με νέα γέψη, όσφρηση κι αφή, με φρένα καινούρια.


Το βαθύ, ανθρώπινο χρέος μας είναι όχι να ξεδιαλύνουμε και να φωτίσουμε το ρυθμό της πορείας του Θεού, παρά να προσαρμόσουμε, όσο μπορούμε, μαζί του το ρυθμό της μικρής, λιγόχρονης ζωής μας.


Έτσι μονάχα κατορθώνουμε να έχτελουμε κάτι αιώνιο εμείς οι θνητοί, γιατί συνεργαζόμαστε με κάποιον Αθάνατο.


Έτσι μονάχα νικούμε τη λεπτομέρεια, τη θανάσιμη αμαρτία, νικούμε τη στενότητα του μυαλού μας, μετουσιώνουμε τη σκλαβιά του χωματένιου υλικού, που μας δόθηκε να δουλέψουμε, σ' ελευτερία.


Μέσα σε όλα τούτα, πέρα άπ' όλα τούτα, όλοι οι άνθρωποι κι οι λαοί, όλα τα φυτά και τα ζώα, όλοι οι θεοί κι οι δαιμόνοι, σαν ένας στρατός, ορμούν προς τ' απάνω, συνεπαρμένοι από μιαν ακατανόητη, ακαταμάχητη Πνοή.


Την Πνοή τούτη μαχόμαστε να κάμουμε ορατή, να της δώσουμε πρόσωπο, να την τυλίξουμε μέσα σε λέξες, σε αλληγορίες και στοχασμούς και ξόρκια, να μη μας φύγει.


Μα δε χωράει στα είκοσι τέσσερα γράμματα που αραδιάζουμε· ξέρουμε, όλες τούτες οι λέξες, οι αλληγορίες, οι στοχασμοί και τα ξόρκια είναι πάλι μια νέα μάσκα που κρύβει την Αβυσσο.


Μα έτσι μονάχα, περιορίζοντας την απεραντοσύνη, μπορούμε, μέσα στα σύνορα του νεοχαραγμένου ανθρώπινου κύκλου, να δουλέψουμε.


Τι θα πει να δουλέψουμε; Να γιομώσουμε τον κύκλο τούτον με πεθυμιές, με ανησυχίες και με πράξες, ν' απλωθούμε και να φτάσουμε τα σύνορα, να μη χωρούμε πια, να ραΐζουν και να γκρεμίζουνται. Έτσι, δουλεύοντας τα φαινόμενα, πληθαίνουμε, πλαταίνουμε την ουσία.


Γι' αυτό, υστέρα από την επαφή μας με την ουσία, ο γυρισμός μας στα φαινόμενα έχει ανυπολόγιστη αξία.


Είδαμε τον ανώτατο κύκλο των στροβιλιζόμενων δυνάμεων. Τον κύκλο αυτόν τον ονοματίσαμε Θεό. Μπορούσαμε να του δώσουμε ό,τι άλλο όνομα θέλαμε: Αβυσσο, Μυστήριο, Απόλυτο Σκοτάδι, Απόλυτο Φως, Ύλη, Πνέμα, Τελευταία Ελπίδα, Τελευταία Απελπισία, Σιωπή.


Μα τον ονοματίσαμε Θεό, γιατί τ' όνομα τούτο μονάχα ταράζει βαθιά, από προαιώνιες αφορμές, τα σωθικά μας. Κι η ταραχή τούτη είναι απαραίτητη για ν' αγγίξουμε σώμα με σώμα, πέρα από τη λογική, τη φοβερην ουσία.


Μέσα στο γιγάντιο τούτον κύκλο της θεότητας, χρέος έχουμε να ξεχωρίσουμε και να συλλάβουμε καθαρά το μικρό πύρινο τόξο της εποχής μας.


Απάνω στην αδιόρατη τούτη φλόγινη καμπύλη, βαθιά, μυστικά νογώντας την ορμή αλάκερου του κύκλου, οδεύουμε αρμονικά με το Σύμπαντο, παίρνουμε φόρα και πολεμούμε.


Έτσι η εφήμερη πράξη μας, συνειδητά ακλουθώντας τη φόρα του Σύμπαντου, δεν πεθαίνει μαζί μας.


Δε χάνεται σε μυστική άνεργη ενατένιση αλάκερου του κύκλου· δεν καταφρονάει την άγια, ταπεινή καθημερινή ανάγκη.


Μέσα στο στενό αίματωμένο της αυλάκι, σκυφτή, δουλεύει στέρεα, άνετα νικώντας, μέσα σ' ένα μικρό σημείο καιρού και τόπου, τον καιρό και τον τόπο· γιατί το σημείο αυτό ακολουθάει τη θεϊκιάν ορμή αλάκερου του κύκλου.


Δε νοιάζουμαι άλλες εποχές κι άλλοι λαοί τι πρόσωπο έδωκαν στην τεράστια απρόσωπην ουσία. Τη γιόμωσαν με ανθρώπινες αρετές, με αμοιβές και τιμωρίες, με βεβαιότητες. Έδωκαν στις ελπίδες και στους φόβους τους ένα πρόσωπο, υπόταξαν σ' ένα ρυθμό την αναρχία τους, βρήκαν μιαν ανώτερη δικαιολογία να ζήσουν και να δουλέψουν. Έκαμαν το χρέος τους.


Μα εμείς ξεπεράσαμε σήμερα τις ανάγκες τούτες, συντρίψαμε τη μάσκα τούτη της Αβυσσος, δε χωράει πια κάτω από το παλιό προσωπείο ο Θεός μας.


Ξεχείλισε η καρδιά μας από νέες αγωνίες, από λάμψη και σιωπή καινούρια. Το μυστήριο αγρίεψε, πλήθυνε ο Θεός. Οι σκοτεινές δυνάμες ανεβαίνουν, πληθαίνουν κι αυτές, όλο το ανθρώπινο νησί σαλεύει.


Ας σκύψουμε στην καρδιά μας κι ας αντικρίσουμε με γενναιότητα την Αβυσσο. Ας επιχειρήσουμε να πλάσουμε πάλι το νέο σύγχρονο πρόσωπο του Θεού μας με τη σάρκα και με το αίμα μας!


Γιατί ο Θεός μας δεν είναι ένας αφηρημένος στοχασμός, μια λογική ανάγκη, ένα αρμονικό αψηλό οικοδόμημα από συλλογισμούς και φαντασίες.


Δεν είναι ένα κατακάθαρο, ουδέτερο, μήτε αρσενικό μήτε θηλυκό, άοσμο, αποσταγμένο κατασκεύασμα του μυαλού μας.


Είναι άντρας και γυναίκα, θνητός κι αθάνατος, κοπριά και πνέμα. Γεννάει, γονιμοποιεί και σκοτώνει, έρωτας μαζί και θάνατος, και πάλι ξαναγεννάει και σκοτώνει· απλόχωρα χορεύοντας πέρα από τα σύνορα της λογικής, που αυτή δεν μπορεί να χωρέσει αντινομίες.


Ο Θεός μου δεν είναι παντοδύναμος. Αγωνίζεται, κιντυνεύει κάθε στιγμή, τρέμει, παραπατάει σε κάθε ζωντανό, φωνάζει. Ακατάπαυτα νικιέται και πάλι ανασηκώνεται, γιομάτος αίμα και χώματα, και ξαναρχίζει τον αγώνα.


Είναι όλος πληγές, τα μάτια του είναι γιομάτα φόβο και πείσμα, τα σαγόνια και τα μελίγγια του είναι συντριμμένα. Μα δεν παραδίνεται, ανεβαίνει· με τα πόδια, με τα χέρια, δαγκάνοντας τα χείλια, ανεβαίνει ανένδοτος.


Ο Θεός μου δεν είναι πανάγαθος. Είναι γιομάτος σκληρότητα, άγρια δικαιοσύνη, και ξεδιαλέγει, ανήλεα, τον καλύτερο. Δε σπλαχνίζεται, δε νοιάζεται για ανθρώπους και ζώα, μήτε γι' αρετές κι Ιδέες. Όλα ετούτα τ' αγαπάει μια στιγμή, τα συντρίβει αιώνια και διαβαίνει.


Είναι μια δύναμη που χωράει τα πάντα, που γεννάει τα πάντα. Τα γεννάει, τ' αγαπάει, και τ' αφανίζει. Κι αν πούμε: ο Θεός είναι ένας άνεμος ερωτικός που συντρίβει τα κορμιά για να περάσει, κι αναθυμηθούμε πώς πάντα μέσα στο αίμα και στα δάκρυα, ανήλεα εξαφανίζοντας τ' άτομα, δουλεύει ο έρωτας, τότε λίγο πιότερο προσεγγίζουμε το φοβερό του το πρόσωπο.


Ο Θεός μου δεν είναι πάνσοφος. Το μυαλό του είναι ένα κουβάρι από φως και σκοτάδι και πολεμάει να το ξετυλίξει μέσα στο λαβύρινθο της σάρκας.


Παραπατάει, ψαχουλεύει. Αγγίζει δεξιά, γυρίζει πίσω· στρέφεται ζερβά, οσμίζεται. Αγωνιά πάνω στο χάος. Σουρτά, μοχτώντας, ψάχνοντας ακαταμέτρητους αιώνες, νιώθει αργά να φωτίζουνται οι λασπεροί γύροι του μυαλού του.


Μπροστά από το βαρύ κατασκότεινο κεφάλι του, με ανείπωτον αγώνα αρχίζει και δημιουργάει μάτια για να δει, αυτιά για ν' ακούσει.


Ο Θεός μου μάχεται χωρίς καμιά βεβαιότητα. Θα νικήσει; Θα νικηθεί; Τίποτα δεν είναι βέβαιο στο Σύμπαντο, ρίχνεται στο αβέβαιο, παίζει, κάθε στιγμή, τη μοίρα του όλη.


Πιάνεται από τα ζεστά κορμιά, άλλο μετερίζι δεν έχει. Φωνάζει βοήθεια· κηρύχνει σε όλο το Σύμπαντο επιστράτεψη.


Χρέος μας, γρικώντας την Κραυγή, να τρέξουμε κάτω από τις σημαίες του, να πολεμήσουμε μαζί του. Η να σωθούμε, η να χαθούμε μαζί του.


Ο Θεός κιντυνεύει. Δεν είναι παντοδύναμος, να σταυρώνουμε τα χέρια, προσδοκώντας τη σίγουρη νίκη· δεν είναι πανάγαθος, να προσδοκούμε μ' εμπιστοσύνη πώς θα μας λυπηθεί και θα μας σώσει.


Ο Θεός, μέσα στην περιοχή της εφήμερης σάρκας μας, κιντυνεύει αλάκερος. Δεν μπορεί να σωθεί, αν εμείς με τον αγώνα μας δεν τον σώσουμε· δεν μπορούμε να σωθούμε, αν αυτός δε σωθεί.


Είμαστε ένα. Από το τυφλό σκουλήκι στο βυθό του ωκεανού ως την απέραντη παλαίστρα του Γαλαξία, ένας μονάχα αγωνίζεται και κιντυνεύει, ο εαυτός μας. Και στο μικρό, το χωματένιο στήθος μας, ένας μονάχα αγωνίζεται και κιντυνεύει, το Σύμπαντο.


Καλά πρέπει να νιώσουμε πως δεν οδεύουμε από ενότητα Θεού στην ίδια πάλι ενότητα του Θεού. Δεν οδεύουμε από ένα χάος σε άλλο χάος. Ούτε από ένα φως σε άλλο φως· η από ένα σκοτάδι σε άλλο σκοτάδι. Τι αξία θα 'χε τότε η ζωή μας τούτη; Τι αξία θα 'χε αλάκερη η ζωή;


Μα κινήσαμε από ένα χάος παντοδύναμο, από μιαν αξεδιάλυτη, πηχτή, φως και σκοτάδι άβυσσο. Και μαχόμαστε όλοι· φυτά, ζώα, άνθρωποι, ιδέες· στο λιγόστιγμο τούτο διάβα της ατομικής ζωής, να ρυθμίσουμε εντός μας το Χάος, να λαγαρίσουμε την άβυσσο, να κατεργαστούμε μέσα στα κορμιά μας όσο πιότερο σκοτάδι μπορούμε, να το κάμουμε φως.


Δε μαχόμαστε για το εγώ μας, μήτε για τη ράτσα, μήτε για την ανθρωπότητα. Δε μαχόμαστε για τη Γης, μήτε για Ιδέες. Όλα τούτα είναι πρόσκαιρα και πολύτιμα σκαλοπάτια του Θεού που ανηφορίζει· και γκρεμίζουνται, ευθύς ως τα πατήσει ο Θεός ανεβαίνοντας.


Στη μικρότατη αστραπή της ζωής μας, νιώθουμε να πατάει πάνω μας αλάκερος ο Θεός, και ξαφνικά νογουμε: Αν έντονα όλοι πεθυμήσουμε, αν οργανώσουμε όλες τις ορατές κι αόρατες δυνάμες της γης και τις ρίξουμε προς τ' απάνω, αν παντοτινά άγρυπνοι όλοι μαζί παραστάτες παλέψουμε· το Σύμπαντο μπορεί να σωθεί.


Όχι ο Θεός θα μας σώσει· εμείς θα σώσουμε το Θεό, πολεμώντας, δημιουργώντας, μετουσιώνοντας την ύλη σε πνέμα.


Μα μπορεί όλος μας ο αγώνας να πάει χαμένος. Αν κουραστούμε, αν λιγοψυχήσουμε, αν μας κυριέψει πανικός, όλο το Σύμπαντο κιντυνεύει.


Η ζωή είναι στρατιωτική θητεία στην υπηρεσία του Θεού. Κινήσαμε σταυροφόροι να λευτερώσουμε, θέλοντας και μη, όχι τον Αγιο Τάφο, παρά το Θεό το θαμμένο μέσα στην ύλη και μέσα στην ψυχή μας.


Κάθε κορμί, κάθε ψυχή είναι Αγιος Τάφος. Αγιος Τάφος είναι ο σπόρος του σιταριού· ας τόνε λευτερώσουμε! Αγιος Τάφος είναι το μυαλό· μέσα του κείτεται ο Θεός και παλεύει με το θάνατο· ας τρέξουμε βοήθεια!


Ο Θεός δίνει το σύνθημα της μάχης, κι ορμώ κι εγώ στην έφοδο τρέμοντας.


Είτε παραπομείνω λιποτάχτης είτε πολεμήσω γενναία, πάντα θα πέσω στη μάχη. Μα τη μια φορά ο θάνατος μου είναι στείρος· μαζί με το κορμί μου χάνεται, σκορπίζεται στον άνεμο κι η ψυχή μου.


Την άλλη, κατεβαίνω στη γης, σαν τον καρπό, γιομάτος σπόρο. Κι η πνοή μου, παρατώντας το κορμί μου να σαπίζει, οργανώνει νέα κορμιά και συνεχίζει τη μάχη.


Η προσευκή μου δεν είναι κλαψούρισμα ζητιάνου μήτε ερωτικιά εξομολόγηση. Μήτε ταπεινός απολογισμός εμποράκου: σου 'δωκα, δώσε μου.


Η προσευκή μου είναι αναφορά στρατιώτη σε στρατηγό. Αυτό έκαμα σήμερα, να πώς πολέμησα να σώσω στον εδικό μου τομέα αλάκερη τη μάχη, αυτά τα εμπόδια βρήκα, έτσι στοχάζουμαι αύριο να πολεμήσω.


Καβαλάρηδες οδεύουμε στο λιοπύρι η κάτω από σιγανή βροχή· εγώ κι ο Θεός μου· και κουβεντιάζουμε χλωμοί, πεινασμένοι, ανυπόταχτοι.


"Αρχηγέ!" κι εκείνος στρέφει κατά με το πρόσωπο του κι ανατριχιάζω αντικρίζοντας την αγωνία του.


Τραχιά είναι η αγάπη μας, καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι, πίνουμε το ίδιο κρασί στη χαμηλή τούτη ταβέρνα της Γης.


Κι ως σκουντρούμε τα ποτήρια μας, αχούν σπαθιά, τινάζουνται μίση κι έρωτες, μεθούμε, οράματα σφαγής ανεβαίνουνε στα μάτια μας, πολιτείες γκρεμίζουνται μέσα στα μυαλά μας, κι είμαστε κι οι δυο λαβωμένοι και κουρσεύουμε, ξεφωνώντας από τους πόνους, ένα μεγάλο Παλάτι.


Β' ΣΧΕΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


Ποια είναι η ουσία του Θεού μας; Ο αγώνας για την ελευτερία. Μέσα στο ακατάλυτο σκοτάδι μια φλογερή γραμμή ανηφορίζει και σημαδεύει την πορεία του Αόρατου. Ποιο είναι το χρέος μας; Ν' ανεβαίνουμε την αιματερή τούτη γραμμή μαζί του.


Καλό είναι ό,τι ορμάει προς τ' απάνω και βοηθάει το Θεό ν' ανηφορίσει. Κακό είναι ό,τι βαραίνει προς τα κάτω, κι αμποδάει το Θεό ν' ανηφορίσει.


Όλες οι αρετές κι οι κακίες παίρνουν τώρα καινούρια αξία, λευτερώνουνται από τη στιγμή κι από το χώμα, υπάρχουν απόλυτα μέσα στον άνθρωπο, πριν και μετά τον άνθρωπο, αιώνιες.


Γιατί η ουσία της ηθικής μας δεν είναι η σωτηρία του ανθρώπου, που αλλάζει μέσα στον καιρό και στον τόπο, παρά η σωτηρία του Θεού, που μέσα από λογής λογής ρεούμενες ανθρώπινες μορφές και περιπέτειες είναι πάντα ο ίδιος, ο ακατάλυτος ρυθμός που μάχεται για ελευτερία.


Αθλιοι είμαστε οι άνθρωποι, άκαρδοι, μικροί, τιποτένιοι. Μα μέσα μας, μια ουσία ανώτερη μας μας σπρώχνει ανήλεα προς τ' απάνω.


Μέσα από την ανθρώπινη τούτη λάσπη, θεία τραγούδια ανάβρυσαν, Ιδέες μεγάλες, έρωτες σφοδροι, μια έφοδο ακοίμητη, μυστηριώδικη, χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς σκοπό, πέρα από κάθε σκοπό.


Τέτοιος βώλος λάσπη είναι η ανθρωπότητα, τέτοιος βώλος λάσπη είναι ο καθένας μας. Ποιο είναι το χρέος μας; Να μαχόμαστε ν' ανθίσει ένα μικρό λουλούδι απάνω στο λίπασμα τούτο της σάρκας και του νου μας.


Πολέμα από τα πράματα, πολέμα από τη σάρκα, από την πείνα, από το φόβο, πολέμα από την αρετή κι από την αμαρτία να δημιουργήσεις Θεό.


Πώς ξεκινάει το φως από ένα άστρο και χύνεται μέσα στη μαύρη αιωνιότητα κι οδοιποράει αθάνατο; Το άστρο πεθαίνει· μα το φως ποτέ του· τέτοια κι η κραυγή της ελευτερίας.


Πολέμα, από την πρόσκαιρη συνάντηση των αντίδρομων δυνάμεων που αποτελεί την ύπαρξή σου, να δημιουργήσεις ό,τι αθάνατο μπορεί ο θνητός απάνω στον κόσμο τούτον· μιαν Κραυγή.


Αυτή, παρατώντας στο χώμα το κορμί που το γέννησε, οδοιποράει και δουλεύει αιώνια.


Ένας έρωτας σφοδρός διαπερνάει το Σύμπαντο. Είναι σαν τον αιθέρα: σκληρότερος από το ατσάλι, μαλακότερος από τον αγέρα.


Ανοίγει, διαπερνάει τα πάντα, φεύγει, ξεφεύγει. Δεν αναπαύεται στη θερμή λεπτομέρεια, δε σκλαβώνεται στο αγαπημένο σώμα. Είναι Έρωτας Στρατευόμενος. Πίσω από τους ώμους του αγαπημένου αγναντεύει τους ανθρώπους να σαλεύουν και να βογκούν σαν κύματα, αγναντεύει τα ζώα και τα φυτά να σμίγουν και να πεθαίνουν, αγναντεύει το Θεό να κιντυνεύει και του φωνάζει: "Σώσε με!"


Ο Έρωτας; Πως αλλιώς να ονοματίσουμε την ορμή που, ως ματιάσει την ύλη, γοητεύεται και θέλει να τυπώσει απάνω της την όψη της; Αντικρίζει το σώμα και θέλει να το περάσει, να σμίξει με την άλλη κρυμμένη στο σώμα τούτο ερωτική κραυγή, να γενούν ένα, να χαθούν, να γίνουν αθάνατες μέσα στο γιο.


Ζυγώνει την ψυχή και θέλει να σοφιλιάσει, να μην υπάρχουν εγώ και συ· φυσάει απάνω στη μάζα τους ανθρώπους και θέλει, συντρίβοντας τίς αντίστασες του νου και του κορμιού, να σμίξουν όλες οι πνοές, να γίνουν άνεμος σφοδρός, ν' ανασηκώσουν τη γης!


Στις πιο κρίσιμες στιγμές, ο Έρωτας συναρπάζει και σμίγει με βία τους ανθρώπους, οχτρούς και φίλους, καλούς και κακούς, είναι μια πνοή ανώτερη τους, ανεξάρτητη από την επιθυμία κι από τα έργα τους. Είναι η πνοή του Θεού, η αναπνοή του, απάνω στη γης!


Κατεβαίνει απάνω στους ανθρώπους, όπως του αρέσει. Σα χορός, σαν έρωτας, σαν πείνα, σα θρησκεία, σα σφαγή. Δε μας ρωτάει.


Μέσα στη σκάφη της γης, στις κρίσιμες τούτες ώρες, ο Θεός μοχτάει να ζυμώσει τις σάρκες και τα μυαλά και να ρίξει μέσα στον ανήλεο στρόβιλο της περιστροφής του όλη τούτη τη ζύμη και να της δώσει πρόσωπο· το πρόσωπο του.


Δεν πλαντάζει από αηδία, δεν απελπίζεται μέσα στα χωματένια, μουντά σωθικά τους. Δουλεύει, προχωράει, κατατρώει τη σάρκα τους, πιάνεται από την κοιλιά, από την καρδιά, από το φαλλό, από το νου του ανθρώπου.


Δεν είναι αυτός αγαθός οικογενειάρχης, δε μοιράζει σε όλα τα παιδιά του ίσια το ψωμί και το μυαλό. Η Αδικία, η Σκληρότητα, η Λαχτάρα, η Πείνα είναι οι τέσσερεις φοράδες που οδηγούν το άρμα του απάνω στην κακοτράχαλη μας τούτη γης.


Από την ευτυχία, από την καλοπέραση κι από τη δόξα ποτέ δεν πλάθεται ο Θεός, παρά από την ντροπή, από την πείνα και τα δάκρυα. Σε κάθε κρίσιμη στιγμή, μια παράταξη άνθρωποι ριψοκιντύνευαν μπροστά θεοφόροι και πολεμούσαν, παίρνοντας απάνω τους όλη την ευθύνη της μάχης.


Μια φορά κι έναν καιρό οι ιερείς, οι βασιλιάδες, οι αρχόντοι, οι αστοί· και δημιουργούσαν πολιτισμούς, λευτέρωναν τη θεότητα.


Σήμερα ο Θεός είναι αργάτης, αγριεμένος από τον κάματο, από την οργή κι από την πείνα. Μυρίζει καπνό, κρασί κι ίδρωτα. Βλαστημάει, πεινάει, γεννάει παιδιά, δεν μπορεί να κοιμηθεί, φωνάζει στ' ανώγια και στα κατώγια της γης και φοβερίζει.


Ο αγέρας άλλαξε, αναπνέμε μιαν άνοιξη βαριά, γιομάτη σπόρους· Φωνές σηκώνουνται. Ποιος φωνάζει; Εμείς φωνάζουμε, οι άνθρωποι· οι ζωντανοί, οι πεθαμένοι κι οι αγέννητοι. Μα κι ευτύς μας πλακώνει ο φόβος και σωπαίνουμε.


Ξεχνούμε από τεμπελιά, από συνήθεια, από αναντρία. Μα ξάφνου πάλι η Κραυγή ξεσκίζει σαν αϊτός τα σωθικά μας.


Γιατί δεν είναι απόξω, δεν έρχεται από αλάργα για να ξεφύγουμε. Μέσα στην καρδιά μας κάθεται η Κραυγή και φωνάζει.


"Κάψε το σπίτι σου!" φωνάζει ο Θεός. "Έρχουμαι! Όποιος έχει σπίτι δεν μπορεί να με δεχτεί.


"Κάψε τις Ιδέες σου, σύντριψε τους συλλογισμούς σου! Όποιος έχει βρει τη λύση δεν μπορεί να με βρει.


"Αγαπώ τους πεινασμένους, τους ανήσυχους, τους αλήτες. Αυτοί αιώνια συλλογιούνται την πείνα, την ανταρσία, το δρόμο τον ατέλειωτο· Έμενα!


"Έρχουμαι! Παράτα τη γυναίκα σου, τα παιδιά σου, τις Ιδέες σου κι ακλούθα μου. Είμαι ο μέγας Αλήτης.


"Ακλούθα! Περπατά απάνω από τη χαρά κι από τη θλίψη, από την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την αρετή! Εμπρός! Σύντριψε τα είδωλα τούτα, σύντριψε τα, δε χωρώ! Συντρίψου και συ για να περάσω!"


Φωτιά! Να το μέγα χρέος μας σήμερα, μέσα σε τόσο ανήθικο κι ανέλπιδο χάος.


Πόλεμο στους άπιστους! Απιστοι είναι οι ευχαριστημένοι, οι χορτασμένοι, οι στείροι.


Το μίσος μας είναι χωρίς συβιβασμό, γιατί κατέχει πώς καλύτερα, βαθύτερα από τις ξέπνοες φιλάνθρωπες αγάπες, δουλεύει τον έρωτα.


Μισούμε, δε βολευόμαστε, είμαστε άδικοι, σκληροί, γιομάτοι ανησυχία και πίστη, ζητούμε το αδύνατο, σαν τους ερωτεμένους.


Φωτιά, να καθαρίσει η γης! Ν' ανοιχτεί άβυσσο φοβερώτερη ακόμα ανάμεσα καλού και κακού, να πληθύνει η αδικία, να κατεβεί η Πείνα και να θερίσει τα σωθικά μας, αλλιώς δε σωζόμαστε.


Μια κρίσιμη βίαιη στιγμή είναι η ιστορική εποχή μας ετούτη, ένας κόσμος γκρεμίζεται, ένας άλλος δεν έχει ακόμα γεννηθεί. Η εποχή μας δεν είναι στιγμή Ισορρόπησης, οπόταν η ευγένεια, ο συβιβασμός, η ειρήνη, η αγάπη θα 'τανε γόνιμες αρετές.


Ζούμε τη φοβερή έφοδο, δρασκελίζουμε τους οχτρούς, δρασκελίζουμε τους φίλους που παραπομένουν, κιντυνεύουμε μέσα στο χάος, πνιγόμαστε. Δε χωρούμε πια στις παλιές αρετές κι ελπίδες, στις παλιές θεωρίες και πράξες.


Ο άνεμος του ολέθρου φυσάει· αυτή είναι σήμερα η πνοή του Θεού μας· ας πάμε μαζί του! Ο άνεμος του ολέθρου είναι το πρώτο χορευτικό συνέπαρμα της δημιουργικής περιστροφής. Φυσάει πάνω από τις κεφαλές κι από τις πολιτείες, γκρεμίζει τις Ιδέες και τα σπίτια, περνάει από τις ερημιές, φωνάζει: "Ετοιμαστείτε! Πόλεμος! Πόλεμος!"


Τούτη είναι η εποχή μας, καλή ή κακή, ωραία ή άσκημη, πλούσια ή φτωχή, δεν τη διαλέξαμε. Τούτη είναι η εποχή μας, ο αγέρας που αναπνέμε, η λάσπη που μας δόθηκε, το ψωμί, η φωτιά, το πνέμα!


Ας δεχτούμε παλικαρίσια την ανάγκη. Πολεμικός μας έλαχε ο κλήρος, ας ζώσουμε σφιχτά τη μέση μας, ας αρματώσουμε το κορμί, την καρδιά και το μυαλό μας! Ας πιάσουμε τη θέση μας στη μάχη!


Ο πόλεμος είναι ο νόμιμος άρχοντας του καιρού τούτου. Σήμερα, άρτιος, ενάρετος άνθρωπος είναι μονάχα ο πολεμιστής. Γιατι μονάχα αυτός, πιστός στη μεγάλη πνοή του καιρού μας, γκρεμίζοντας, μισώντας, επιθυμώντας, ακολουθάει το σύγχρονο πρόσταγμα του Θεού μας.


Η ταύτιση μας τούτη με το Σύμπαντο γεννάει τις δυο ανώτατες αρετές της ηθικής μας: την ευθύνη και τη θυσία.


Μέσα μας, μέσα στον άνθρωπο, μέσα στα σκοτεινά πλήθη, χρέος έχουμε να βοηθήσουμε το Θεό, που πλαντάει, να λευτερωθεί.


Κάθε στιγμή πρέπει να 'μαστε έτοιμοι για χάρη του να δώσουμε τη ζωή μας. Γιατι η ζωή δεν είναι σκοπός, είναι όργανο κι αυτή, όπως ο θάνατος, όπως η ομορφιά, η αρετή, η γνώση. Όργανο τίνος; Του Θεού που πολεμάει για ελευτερία.


Όλοι είμαστε ένα, όλοι είμαστε μια κιντυνεύουσα ουσία. Μια ψυχή στην άκρα του κόσμου που ξεπέφτει, συντραβάει στον ξεπεσμό της και την ψυχή μας. Ένα μυαλό στην άκρα του κόσμου που βυθίζεται στην ηλιθιότητα, γιομώνει τα μελίγγια μας σκοτάδι.


Γιατι ένας στα πέρατα τ' ουρανού και της γης αγωνίζεται. Ο Ένας. Κι αν χαθεί, εμείς έχουμε την ευθύνη. Αν χαθεί, εμείς χανόμαστε.


Να γιατί η σωτηρία του Σύμπαντου είναι και δική μας σωτηρία κι η αλληλεγγύη με τους ανθρώπους δεν είναι πια τρυφερόκαρδη πολυτέλεια παρά βαθιά αυτοσυντήρηση κι ανάγκη. Ανάγκη, όπως σ' ένα στρατο που μάχεται, η σωτηρία του παραστάτη σου.


Μα η ηθική μας ανηφορίζει ακόμα αψηλότερα. Όλοι είμαστε ένας στρατός και μαχόμαστε. Μα δεν ξέρουμε με βεβαιότητα αν θα νικήσουμε, δεν ξέρουμε με βεβαιότητα αν θα νικηθούμε.


Υπάρχει σωτηρία, υπάρχει ένας σκοπός που τον υπηρετούμε κι υπηρετώντας τον βρίσκουμε τη λύτρωση μας; ή δεν υπάρχει σωτηρία, δεν υπάρχει σκοπός, όλα είναι μάταια κι η συνεισφορά μας δεν έχει καμιάν αξία;


Μήτε το ένα μήτε το άλλο. Ο Θεός μας δεν είναι παντοδύναμος, δεν είναι πανάγαθος, δεν είναι σίγουρος πώς θα νικήσει, δεν είναι σίγουρος πώς θα νικηθεί.


Η ουσία του Θεού μας είναι σκοτεινή, ωριμάζει ολοένα, ίσως η νίκη στερεώνεται με κάθε γενναία μας πράξη, ίσως κι όλες τούτες οι αγωνίες για λυτρωμό και νίκη είναι κατώτερες από τη φύση της θεότητας.


Ό,τι κι αν είναι, εμείς πολεμούμε χωρίς βεβαιότητα, κι η αρετή μας, μη όντας σίγουρη για την αμοιβή, αποχτάει βαθύτατη ευγένεια.


Όλες οι εντολές αναστατώνουνται. Δε βλέπουμε, δεν ακούμε, δε μισούμε, δεν αγαπούμε πια σαν πρώτα. Ανανεώνεται η παρθενία της γης. Καινούρια γέψη παίρνει το ψωμί, το νερό, η γυναίκα. Καινούρια, ανυπολόγιστη αξία, η πράξη.


Όλα αποχτούν απροσδόκητη αγιότητα· η ομορφιά, η γνώση, η ελπίδα, ο οικονομικός αγώνας, οι καθημερινές, τάχατε ασήμαντες, έγνοιες. Παντού ανατριχιάζοντας νογούμε την ίδια γιγάντια σκλαβωμένη Πνοή να μάχεται για ελευτερία.


Καθένας έχει το δρόμο τον εδικό του που τόνε φέρνει στη λύτρωση· ο ένας την αρετή, ο άλλος την κακία.


Αν ο δρόμος που οδηγάει στη λύτρωση σου είναι η αρρώστια, η ψευτιά, η ατιμία, χρέος σου να βυθιστείς στην αρρώστια, στην ψευτιά, στην ατιμία, για να τις νικήσεις. Αλλιώς δε σώζεσαι.


Αν ο δρόμος που οδηγάει στη λύτρωση σου είναι η αρετή, η χαρά, η αλήθεια, χρέος σου να βυθιστείς στην αρετή, στη χαρά, στην αλήθεια, για να τις νικήσεις, να τις αφήσεις πίσω σου. Αλλιώς δε σώζεσαι.


Δεν πολεμούμε τα σκοτεινά μας πάθη με νηφάλια, αναιμικιά, ουδέτερη, πάνω από τα πάθη αρετή. Παρά με άλλα σφοδρότερα πάθη.


Αφήνουμε τη θύρα μας ανοιχτή στην αμαρτία. Δε βουλώνουμε τ' αυτιά μας να μην ακούσουμε τις Σειρήνες. Δε δενόμαστε από φόβο στο κατάρτι μιας μεγάλης Ιδέας· μήτε παρατούμε το καράβι και χανόμαστε γρικώντας, φιλώντας τίς Σειρήνες.


Παρά εξακολουθούμε την πορεία μας, αρπάζουμε και ρίχνουμε τις Σειρήνες στο καράβι μας και ταξιδεύουν κι αυτές μαζί μας. Τούτη είναι, σύντροφοι, η καινούρια Ασκητική μας!


Ο Θεός φωνάζει στην καρδιά μου: Σώσε με!


Ο Θεός φωνάζει στους ανθρώπους, στα ζώα, στα φυτά, στην ύλη: Σώσε με!


Ακου την καρδιά σου κι ακλούθα τον. Σύντριψε το σώμα σου κι ανάβλεψε: Όλοι είμαστε ένα!


Αγάπα τον άνθρωπο, γιατί είσαι συ.


Αγάπα τα ζώα και τα φυτά, γιατι ήσουνα συ, και τώρα σε ακλουθούν πιστοί συνεργάτες και δούλοι.


Αγάπα το σώμα σου· μονάχα με αυτο στη γης ετούτη μπορείς να παλέψεις και να πνεματώσεις την ύλη.


Αγάπα την ύλη· απάνω της πιάνεται ο Θεός και πολεμάει. Πολέμα μαζί του.


Να πεθαίνεις κάθε μέρα. Να γεννιέσαι κάθε μέρα. Ν' αρνιέσαι ό,τι έχεις κάθε μέρα. Η ανώτατη αρετή δεν εϊναι να 'σαι ελεύτερος, παρά να μάχεσαι για ελευτερία.


Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: "Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;" Πολέμα!


Η επιχείρηση του Σύμπαντου, για μιαν εφήμερη στιγμή, όσο ζεις, να γίνει επιχείρηση δική σου. Τούτος είναι, σύντροφοι, ο καινούριος Δεκάλογος μας!


Γ' ΣΧΕΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΣΗΣ


Ο κόσμος τούτος, όλη η πλούσια, απέραντη σειρά τα φαινόμενα, δεν είναι απάτη, φαντασμαγορία πολύχρωμη του αντικαθρεφτιζόμενου νου μας. Μήτε απόλυτη πραγματικότητα, που ζει και μεταπλάθεται ανεξάρτητη από τη δύναμη του νου μας, λεύτερη.


Δεν είναι η λαμπερή στολή που ντύνει το μυστικό σώμα του Θεού. Μήτε το διάφανό και σκοτεινό μεσότοιχο αναμεσός ανθρώπου και μυστηρίου.


Όλος τούτος ο κόσμος που θωρούμε, γρικούμε κι αγγίζουμε είναι η προσιτή στις ανθρώπινες αίστησες, όλο Θεό συμπύκνωση των δυο τεράστιων δυνάμεων του Σύμπαντου.


Μια δύναμη κατηφορίζει και θέλει να σκορπίσει, ν' ακινητήσει, να πεθάνει. Μια δύναμη ανηφορίζει και ζητάει ελευτερία κι αθανασία.


Αιώνια τα δυο τούτα στρατέματα, τα σκοτεινά και φωτερά, τα στρατέματα της ζωής και του θανάτου, συγκρούονται. Τα ορατά για μας χνάρια της σύγκρουσης τούτης είναι τα πράματα, τα φυτά, τα ζώα, οι άνθρωποι.


Αιώνια οι αντίθετες δυνάμες συγκρούονται, σμίγουν, παλεύουν, νικούν και νικουνται, συβιβάζουνται και ξαναρχίζουν πάλι να πολεμούν σε όλο το Σύμπαντο· από τον αόρατο στρόβιλο σε μια στάλα νερό ως τον απέραντο αστροκατακλυσμό του Γαλαξία.


Στρατόπεδο αλάκερου του Θεού είναι και το πιο ταπεινό έντομο κι η πιο μικρή Ιδέα. Μέσα τους όλος ο Θεός είναι παραταγμένος σε κρίσιμη μάχη.


Και στο πιο ασήμαντο μόριο γης κι ουρανού ακούω το Θεό μου να φωνάζει: Βοήθεια!


Το κάθε πράμα είναι αυγό, και μέσα του το σπέρμα του Θεού ανήσυχο, ακοίμητο δουλεύει. Αρίφνητες δυνάμες απομέσα του κι απόξω παρατάζουνται και το υπερασπίζουν.


Με το φως του μυαλού, με τη φλόγα της καρδίας πολιορκώ την κάθε φυλακή του Θεού, ψάχνοντας, δοκιμάζοντας, χτυπώντας, ν' ανοίξω μέσα στο φρούριο της ύλης θύρα, να δημιουργήσω μέσα στο φρούριο της ύλης τη θύρα της ηρωικής έξοδος του Θεού μας.


Πολέμα, ενεδρεύοντας με υπομονή τα φαινόμενα, να τα υποτάξεις σε νόμους. Έτσι ανοίγεις δρόμους στο χάος και βοηθάς το πνέμα να βαδίσει.


Βάλε τάξη, την τάξη του μυαλού σου, στη ρεούμενη αναρχία του κόσμου. Καθαρά χάραξε απάνω στην άβυσσο το σχέδιο της μάχης.


Πάλεψε με τις φυσικές δυνάμες, ανάγκασε τις να ζευτούν σε σκοπόν ανώτερο τους. Λευτέρωσε το πνέμα που αγωνίζεται μέσα τους και λαχταράει να σμίξει με το πνέμα που αγωνίζεται στα σωθικά σου.


Όταν στο χάος ο άνθρωπος παλεύοντας υποτάξει μια σειρά φαινόμενα στους νόμους του μυαλού του κι αυστηρά τους νόμους τούτους περικλείσει στο λόγο, ο κόσμος ανασαίνει, ταχτοποιούνται οι φωνές, ξεκαθαρίζουνται τα μελλούμενα κι όλες οι σκοτεινές ατέλειωτες ποσότητες των αριθμών λευτερώνουνται υποταζόμενες στη μυστική ποιότητα.


Με τη βοήθεια του νου μας βιάζουμε την ύλη να 'ρθει μαζί μας. Ξεστρατίζουμε τις δυνάμες που κατηφορούν, αλλάζουμε το ρέμα, μετουσιώνουμε τη σκλαβιά σε ελευτερία.


Δε λευτερώνουμε μονάχα Θεό παλεύοντας κι υποτάζοντας τον ορατό γύρα μας κόσμο· δημιουργούμε Θεό.


Ανοιξε τα μάτια σου, φωνάζει ο Θεός· θέλω να δω! Στύλωσε τ' αυτιά σου, θέλω ν' ακούσω! Πήγαινε μπροστά· είσαι η κεφαλή μου!


Η πέτρα σώζεται αν τη σηκώσουμε από τη λάσπη και τη χτίσουμε σ' ένα σπίτι ή αν σκαλίσουμε απάνω της το πνέμα.


Ο σπόρος σώζεται· τι θα πει σώζεται; λευτερώνει το μέσα του Θεό· ανθίζοντας, καρπίζοντας, ξαναγυρίζοντας στο χώμα· ας βοηθήσουμε το σπόρο να σωθεί.


Ο κάθε άνθρωπος έχει ένα κύκλο δικό του από πράματα, από δέντρα, ζώα, ανθρώπους, Ιδέες· και τον κύκλο τούτον έχει χρέος αυτός να τον σώσει. Αυτός, κανένας άλλος. Αν δεν τον σώσει, δεν μπορεί να σωθεί.


Είναι οι άθλοι οι δικοί του που έχει χρέος να τελέψει προτού πεθάνει. Αλλιώς δε σώζεται. Γιατί η ίδια η ψυχή του είναι σκορπισμένη, σκλαβωμένη στα πράματα τούτα γύρα του, στα δέντρα, στα ζώα, στους ανθρώπους, στις Ιδέες, κι αυτή, την ψυχή του, σώζει τελώντας τους άθλους.


Αν είσαι αργάτης, δούλευε τη γης, βόηθα τη να καρπίσει. Φωνάζουν οι σπόροι μέσα από τα χώματα, φωνάζει ο Θεός μέσα από τους σπόρους. Λευτέρωσε τον. Ένα χωράφι προσμένει από σένα τη λύτρωση, μια μηχανή προσμένει από σένα την ψυχή της. Πια δεν μπορείς να σωθείς, αν δεν τα σώσεις.


Αν είσαι πολεμιστής, μη λυπάσαι, δεν είναι στην περιοχή του χρέους σου η συμπόνια. Σκότωνε τον οχτρό ανήλεα. Μέσα από το σώμα του οχτρού άκου το Θεό να φωνάζει: "Σκότωσε το σώμα τούτο, μ' εμποδίζει· σκότωσε το να περάσω!"


Αν είσαι σοφός, πολέμα στο κρανίο, σκότωνε τις Ιδέες, δημιούργα καινούριες. Ο Θεός κρύβεται μέσα σε κάθε Ιδέα, όπως μέσα σε σάρκα. Σύντριψε την Ιδέα, λευτέρωσε τον! Δώσε του μιαν άλλη Ιδέα, πιο απλόχωρη, να κατοικήσει.


Αν είσαι γυναίκα, αγάπα. Διάλεξε, ανάμεσα άπ' όλους τους άντρες, με σκληρότητα, τον πατέρα των παιδιών σου. Δε διαλέγεις εσύ· διαλέγει ο άναρχος, ακατάλυτος, ανήλεος μέσα σου αρσενικός Θεός. Τέλεψε όλο σου το χρέος, το γιομάτο πίκρα, έρωτα κι αντρεία. Δώσε όλο σου το κορμί, το γιομάτο αίμα και γάλα.


Να λες: Ετούτος, που κρατώ στον κόρφο μου και τον βυζαίνω, θα σώσει το Θεό. Ας του δώσω το αίμα μου όλο και το γάλα.


Βαθιά, απροσμέτρητη η αξία του ρεούμενου τούτου κόσμου: από αυτόν πιάνεται ο Θεός κι ανεβαίνει· από αυτόν θρέφεται ο Θεός και πληθαίνει.


Ανοίγει η καρδιά μου, φωτίζεται ο νους, και μονομιάς το φοβερό τούτο στρατόπεδο του κόσμου μου ξεσκεπάζεται ερωτικιά παλαίστρα.


Δυο σφοδροί αντίθετοι άνεμοι, ο ένας αρσενικός, ο άλλος θηλυκός, συναντήθηκαν και συγκρούονται σ' ένα σταυροδρόμι. Σοζυγιάστηκαν μια στιγμή, πύκνωσαν, γένηκαν ορατοί.


Το σταυροδρόμι τούτο είναι το Σύμπαντο. Το σταυροδρόμι τούτο είναι η καρδιά μου.


Από το πιο σκοτεινό μόριο ύλης ως τον πιο μεγάλο στοχασμό, μεταδίνεται ο χορός της γιγάντιας ερωτικιάς σύγκρουσης.


Η όλη είναι η γυναίκα του Θεού μου· οι δυο μαζί παλεύουν, γελούν και κλαίνε, φωνάζουν μέσα στο θάλαμο της σάρκας.


Γεννοβολούν, μελίζουνται. Γιομώνουν στεριά και θάλασσα κι αγέρας από φυτολόι, ζωολόι, ανθρωπολόι και πνέματα, το αρχέγονο ζευγάρι μέσα στο κάθε ζωντανό αγκαλιάζεται, διαμελίζεται και πληθαίνει.


Όλη η αγωνία του Σύμπαντου συμμαζωμένη ξεσπάει στο κάθε ζωντανό και ο Θεός μέσα στη γλύκα, μέσα στην πίκρα της σάρκας κιντυνεύει.


Μα τινάζεται, πηδάει από τα φρένα κι από τα λαγόνια, χιμάει, πιάνεται από καινούρια λαγόνια και φρένα, και ξεσπάει πάλι απαρχής ο αγώνας για την ελευτερία.


Για πρώτη φορά, απάνω στη γης ετούτη, μέσα από το νου κι από την καρδιά μας, κοιτάζει ο Θεός τον αγώνα του.


Χαρά! Χαρά! Δεν ήξερα πως ο κόσμος τούτος είναι τόσο ένα μαζί μου, πως όλοι είμαστε ένας στρατός, πως οι ανεμώνες και τ' άστρα μάχουνται, δεξά ζερβά μου, και δε με γνωρίζουν, μα εγώ στρέφουμαι και τους γνέφω.


Θερμό, αγαπημένο, γνώριμο, μυρίζοντας σαν το κορμί μου, είναι το Σύμπαντο. Έρωτας μαζί και πόλεμος, σφοδρή ανησυχία, επιμονή κι αβεβαιότητα.


Αβεβαιότητα και τρόμος. Σε μια βίαιη αστραπή ξεχωρίζω: στην πιο αψηλή κορφή της δύναμης αγκαλιάζουνται· το πιο στερνό, το πιο φοβερό αντρόγυνο- ο Τρόμος κι η Σιγή. Κι ανάμεσα τους μια Φλόγα.


Η ΣΙΓΗ


Μια Φλόγα είναι η ψυχή του ανθρώπου· ένα πύρινο πουλί, πηδάει από κλαρί σε κλαρί, από κεφάλι σε κεφάλι, και φωνάζει: "Δεν μπορώ να σταθώ, δεν μπορώ να καώ, κανένας δεν μπορεί να με σβήσει!"


Δέντρο φωτιά γίνεται ολομεμιάς το Σύμπαντο. Ανάμεσα από τους καπνούς κι από τις φλόγες, αναπαμένος στην κορυφή της πυρκαγιάς, κρατώ αμόλευτο, δροσερό, γαλήνιο, τον καρπό της φωτιάς, το Φως.


Από την αψηλή τούτη κορυφή κοιτάζω την κόκκινη γραμμή που ανηφορίζει· τρεμάμενο αίματερό φωσφόρισμα, που σούρνεται σαν έντομο ερωτεμένο μέσα από τους αποβροχάρικους γύρους του μυαλού μου.


Εγώ, ράτσα, άνθρωποι, γης, θεωρία και πράξη, Θεός, φαντάσματα από χώμα και μυαλό, καλά για τις απλοϊκές καρδιές που φοβούνται, καλά για τις ανεμογγάστρωτες ψυχές που θαρρούν πως γεννούνε.


Από που ερχόμαστε; Που πηγαίνουμε; Τι νόημα έχει τούτη η ζωή; φωνάζουν οι καρδιές, ρωτούν οι κεφαλές, χτυπώντας το χάος.


Και μια φωτιά μέσα μου κίνησε ν' απαντήσει. Θα 'ρθει μια μέρα, σίγουρα, η φωτιά να καθαρίσει τη γης. Θα 'ρθει μια μέρα, σίγουρα, η φωτιά να εξαφανίσει τη γης. Αυτή είναι η Δευτέρα Παρουσία.


Μια γλώσσα πύρινη είναι η ψυχή κι αγλείφει και μάχεται να πυρπολήσει τον κατασκότεινο όγκο του κόσμου. Μια μέρα όλο το Σύμπαντο θα γίνει πυρκαγιά.


Η φωτιά είναι η πρώτη κι η στερνή προσωπίδα του Θεού μου. Ανάμεσα σε δυο μεγάλες πυρές χορεύουμε και κλαίμε.


Λαμποκοπούν, αντηλαρίζουν οι στοχασμοι και τα κορμιά μας. Γαλήνιος στέκουμαι ανάμεσα στις δυο πυρές κι είναι τα φρένα μου ακίνητα μέσα στον ίλιγγο και λέω:


Πολύ μικρός είναι ο καιρός, πολύ στενός είναι ο τόπος ανάμεσα στις δυο πυρές, πολύ οκνός είναι ο ρυθμός ετούτος της ζωής· δεν έχω καιρό, δεν έχω τόπο να χορέψω! Βιάζουμαι!


Κι ολομεμιάς ο ρυθμός της γης γίνεται ίλιγγος, ο χρόνος εξαφανίζεται, η στιγμή στροβιλίζεται, γίνεται αίωνιότητα, το κάθε σημείο -θες έντομο, θες άστρο, θες Ιδέα· γίνεται χορός.


Ήταν φυλακή, κι η φυλακή συντρίβεται κι οι φοβερές δυνάμες μέσα λευτερώνουνται και το σημείο δεν υπάρχει πια!


Ο ανώτατος αυτός βαθμός της άσκησης λέγεται: Σιγή. Όχι γιατί το περιεχόμενο είναι η ακρότατη άφραστη απελπισία για η ακρότατη άφραστη χαρά κι ελπίδα. Μήτε γιατί είναι η ακρότατη γνώση, που δεν καταδέχεται να μιλήσει, για η ακρότατη άγνοια, που δεν μπορεί.


Σιγή θα πει: Καθένας, αφού τελέψει τη θητεία του σε όλους τους άθλους, φτάνει πια στην ανώτατη κορφή της προσπάθειας· πέρα από κάθε άθλο, δεν αγωνίζεται, δε φωνάζει· ωριμάζει αλάκερος σιωπηλά, ακατάλυτα, αιώνια με το Σύμπαντο.


Αρμοδέθηκε πια, σοφίλιασε με την άβυσσο, όπως ο σπόρος του αντρός με το σπλάχνο της γυναίκας.


Είναι πια η άβυσσο η γυναίκα του και τη δουλεύει, ανοίγει, τρώει τα σωθικά της, μετουσιώνει το αίμα της, γελάει, κλαίει, ανεβαίνει, κατεβαίνει μαζί της, δεν την αφήνει!


Πώς μπορείς να φτάσεις στο σπλάχνο της άβυσσος και να την καρπίσεις; Αυτό δεν μπορεί να ειπωθεί, δεν μπορεί να στριμωχτεί σε λόγια, να υποταχτεί σε νόμους· καθένας έχει και τη λύτρωση τη δική του, απόλυτα ελεύτερος.


Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν' ανοίξει δρόμο. Δρόμος ν' ανοιχτεί δεν υπάρχει.


Καθένας, ανεβαίνοντας απάνω από τη δική του κεφαλή, ξεφεύγει από το μικρό, όλο απορίες μυαλό του.


Μέσα στη βαθιά Σιγή, όρθιος, άφοβος, πονώντας και παίζοντας, ανεβαίνοντας ακατάπαυτα από κορυφή σε κορυφή, ξέροντας πως το ύψος δεν έχει τελειωμό, τραγουδά, κρεμάμενος στην άβυσσο, το μαγικό τούτο περήφανο ξόρκι:


ΠΙΣΤΕΥΩ Σ' ΕΝΑ ΘΕΟ, ΑΚΡΙΤΑ, ΔΙΓΕΝΗ, ΣΤΡΑΤΕΥΟΜΕΝΟ, ΠΑΣΧΟΝΤΑ, ΜΕΓΑΛΟΔΥΝΑΜΟ, ΟΧΙ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟ, ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ ΣΤ' ΑΚΡΟΤΑΤΑ ΣΥΝΟΡΑ, ΣΤΡΑΤΗΓΟ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΔΥΝΑΜΕΣ, ΤΙΣ ΟΡΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΟΡΑΤΕΣ.


ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤ' ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΑ, ΕΦΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΠΟΥ ΠΗΡΕ Ο ΘΕΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΚΑΙ ΞΕΚΡΙΝΩ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΑΥΤΗ ΡΟΗ ΤΟΥ ΤΗΝ ΑΚΑΤΑΛΥΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ.


ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΟΝ ΑΓΡΥΠΝΟ ΒΑΡΥΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ, ΠΟΥ ΔΑΜΑΖΕΙ ΚΑΙ ΚΑΡΠΙΖΕΙ ΤΗΝ ΥΛΗ· ΤΗ ΖΩΟΔΟΧΑ ΠΗΓΗ ΦΥΤΩΝ, ΖΩΩΝ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ.


ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΟ ΧΩΜΑΤΕΝΙΟ ΑΛΩΝΙ, ΟΠΟΥ ΜΕΡΑ ΚΑΙ ΝΥΧΤΑ ΠΑΛΕΥΕΙ Ο ΑΚΡΙΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ.


"ΒΟΗΘΕΙΑ!" ΚΡΑΖΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ. "ΒΟΗΘΕΙΑ!" ΚΡΑΖΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ, ΚΙ ΑΚΟΥΩ.


ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΟΙ ΡΑΤΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΚΙ ΟΛΗ Η ΓΗΣ, ΑΚΟΥΜΕ ΜΕ ΤΡΟΜΟ, ΜΕ ΧΑΡΑ, ΤΗΝ ΚΡΑΥΓΗ ΣΟΥ.


ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΑΚΟΥΝ ΚΑΙ ΧΥΝΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΟΥΝ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: "ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΜΟΝΑΧΑ ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ."


ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΑΝ, ΣΜΙΓΟΥΝ ΜΑΖΙ ΣΟΥ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: "ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑ."


ΚΑΙ ΤΡΙΣΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΚΡΑΤΟΥΝ, ΚΑΙ ΔΕ ΛΥΓΟΥΝ, ΑΠΑΝΩ ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΤΟΥΣ, ΤΟ ΜΕΓΑ, ΕΞΑΙΣΙΟ, ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ:


ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΑ ΤΟΥΤΟ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!

ΤΕΛΟΣ


Ασκητική - SALVATORES DEI :: Νίκου Καζαντζάκη

http://www.diaplous.org/library/askitiki.php

by click4money