:::: MENU ::::
Showing posts with label ΠΟΙΗΜΑΤΑ. Show all posts
Showing posts with label ΠΟΙΗΜΑΤΑ. Show all posts

Monday, January 26, 2026


Μιαρές ασήμαντες λεπτομέρειες που καθορίζουν σιγά – σιγά τη ζωή σου.

Ποια ζωή σου;

Φιλοδοξίες, έρωτες, ενοχές,

πανάρχαια χρέη σπατάλησαν τη ζωή σου.

Τι έμεινε;

Η στάχτη των περασμένων κάθεται στα έπιπλα,

θολώνει τα τζάμια, τους καθρέπτες

και πάνω τους γράφω καμιά φορά τα ονόματα εκείνων που έφυγαν.

Και άλλοτε στέκομαι στο παράθυρο και κοιτάζω τους περαστικούς, να πηγαίνουν στην λήθη.

Οι γυναίκες κλαίνε θυμούμενες τα ψιθυρισμένα λόγια από παλιά ειδύλλια.

Όλο ψάχνουμε απεγνωσμένα να βρούμε έναν δρόμο.

Για να πάμε που;

Λοιπόν, πού ζήσαμε;

Ούτε εδώ, ούτε εκεί.

Φτηνά ξενοδοχεία σε μακρινές συνοικίες.

Με τα τραχωματικά λαμπιόνια, τους βρώμικους νιπτήρες.

Όπου πάνω τους ακούμπησαν και έκλαψαν ανύποπτοι ακόμα

μελλοντικοί δολοφόνοι, οι αυτόχειρες.

Μια νύχτα του καλοκαιριού, παιδί ακόμα,

βγήκα από το σπίτι και ξάπλωσα στον κήπο.

Και όπως κοίταξα τον ουρανό,

Θεέ μου! Τι απεραντοσύνη;

Πόσα άστρα!

Με έπιασε πανικός.

Από τότε ξέρω πως δεν θα προφτάσω...


Μενέλαος Λουντέμης «Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς»

«Υπομονή. Δεν τελείωσαν όλα.

Σ' αυτή τη ζωή δεν τελειώνουν όλα.

Ούτε σε μια μέρα. Ούτε σε μια ζωή.

Στην άκρη της νύχτας - για σε το λέω, απελπισμένε -

στην άκρη της νύχτας πάνω σε κάποιο κλαρί

κρέμεται μια ελπίδα...

Το ίδιο και για σένα - Στραγγαλιστή-

στην άκρη κάποιου κλαδιού κρέμεται μια αγχόνη.

Υπομονή μόνο.

Άς πηγαίνουν όλα αργά, ας δείχνουν όλα λυπημένα

(μετά τη δύση της μέρας ή μετά τη δύση της ζωής).

Άς λενε.. Πως ο θεός έπλασε τον κόσμο

σ' επτά μόνο μέρες.

Σ' επτά μόνο μέρες δε μπορείς

να χτίσεις ούτ' έναν πύργο στην Ισπανία !

Αλλά - πολλές φορές - καλά είναι και τα ψέματα.

Σβήνουν κι' αυτά κάποιες δίψες.

Νάναι μόνο καθαρά. Καθαρά ψέματα

Όχι βρωμισμένα μ' Αλήθειες !

Επι τέλους θέλουμε ένα βρώμικο ψέμα

Για να γλυτώσουμε απ' τις φκιασιδωμένες αλήθειες».


Tuesday, November 18, 2025


- Νοεμβρίου 18, 2025

 


Αν θέλεις να λέγεσαι ἄνθρωπος


δὲν θὰ πάψεις οὔτε στιγμὴ ν' ἀγωνίζεσαι γιὰ τὴν εἰρήνη καὶ γιὰ τὸ δίκιο.


Θὰ βγεῖς στοὺς δρόμους, θὰ φωνάξεις, τὰ χείλια σου θὰ ματώσουν ἀπ' τὶς φωνές


τὸ πρόσωπό σου θὰ ματώσει ἀπὸ τὶς σφαῖρες -μὰ οὔτε βήμα πίσω.


Κάθε κραυγή σου μιὰ πετριὰ στὰ τζάμια τῶν πολεμοκάπηλων


κάθε χειρονομία σου σὰ νὰ γκρεμίζεις τὴν ἀδικία.


[...]


Αν θέλεις νὰ λέγεσαι ἄνθρωπος


μπορεῖ νὰ χρειαστεῖ ν' ἀφίσεις τὴ μάνα σου, τὴν ἀγαπημένη ἢ τὸ παιδί σου.


Δὲ θὰ διστάσεις.


Θ᾿ ἀπαρνηθεῖς τὴ λάμπα σου καὶ τὸ ψωμί σου


θ᾽ ἀπαρνηθεῖς τὴ βραδινή ξεκούραση στὸ σπιτικό κατώφλι


γιὰ τὸν τραχὺ δρόμο που πάει στὸ αὔριο.


Μπροστὰ σὲ τίποτα δὲ θὰ δειλιάσεις κι οὔτε θὰ φοβηθεῖς.


Τὸ ξέρω, εἶναι ὅμορφο ν᾿ ἀκοῦς μιὰ φυσαρμόνικα τὸ βράδι, νὰ κοιτᾶς ἔν᾿ ἄστρο, νὰ ὀνειρεύεσαι


εἶναι όμορφο σκυμένος πάνω ἀπ᾿ τὸ κόκκινο στόμα τῆς ἀγάπης σου


νὰ τὴν ἀκοῦς νὰ σοῦ λέει τὰ ὄνειρά της γιὰ τὸ μέλλον.


Μὰ ἐσὺ πρέπει νὰ τ᾿ ἀποχαιρετήσεις ὅλ᾽ αὐτὰ καὶ νὰ ξεκινήσεις


γιατὶ ἐσὺ εἶσαι ὑπεύθυνος γιὰ ὅλες τις φυσαρμόνικες τοῦ κόσμου, γιὰ ὅλα τ' άστρα, γιὰ ὅλες τὶς λάμπες καὶ γιὰ ὅλα τὰ ὄνειρα


ἂν θέλεις νὰ λέγεσαι ἄνθρωπος.

Wednesday, March 19, 2025


Όταν συνθλίβει ο ουρανός βαρύς στα χαμηλά

Το πνεύμα που στενάχωρο ρίχνεται μες στην πίκρα,

Κι από περίσφιγκτου ορίζοντα κύκλο κυλά

Φως μέρας μαύρο, θλιβερό πιότερο κι από νύχτα,


Όταν η γη σαν μια ειρκτή γίνεται νοτερή,

Όπου η Ελπίδα νυχτερίδα ολόγυρα πετάει

Με τα δειλά φτεράκια της τους τοίχους απωθεί

Και το κεφάλι σ’ οροφές σαθρές καταχτυπάει,


Σαν η βροχή σ’ ατέλειωτες απλώνεται σειρές

Και που κανείς σαν φυλακής κιγκλίδωμα τις νοιώθει

Και πλήθος από βρώμικες αράχνες και βουβές

Τα πλέγματά του έρχεται μες στο μυαλό και κλώθει,


Καμπάνες τότε με μανία ξαφνικά ηχούν

Και πέμπουν στα ουράνια το φρικτό ολολυγμό τους,

Όπως χωρίς πατρίδα, ξένες, οι ψυχές γυρνούν

Και πιάνουν με περίσσιο πείσμα το παράπονό τους.


Μακριά σειρά από φέρετρα και δίχως μουσική

Κάνουν αργή παρέλαση μες στην ψυχή∙ βουρκώνει

Χαμέν’ η Ελπίδα κι η Αγωνία, σκληρή, κυριαρχική,

Φλάμπουρο μαύρο στο σκυφτό κρανίο μου καρφώνει.

Wednesday, May 24, 2023

 Και να που φτάσαμε εδώ

χωρίς αποσκευές

μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι.

Κι εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο

φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες

ούτε ένα κεφάλαιο να γράψεις ακόμα.

Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο

ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα

που μυρίζει η γη…

Βέβαια αγάπησε τα ιδανικά της ανθρωπότητας,

αλλά τα πουλιά

πετούσαν πιο πέρα.

Σκληρός, άκαρδος κόσμος,

που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα

πάνω απ’ το δέντρο που βρέχεται.

Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα

για να πεθαίνουν κι αλλού και την απληστία

για να μένουν νεκροί για πάντα.

Αλλά καθώς βραδιάζει

ένα φλάουτο κάπου

ή ένα άστρο συνηγορεί για όλη την ανθρωπότητα.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα

που μυρίζει η γη…

Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,

μου ’ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες.

Φοράω το σακάκι του πατέρα

κι έτσι είμαστε δυο,

κι αν κάποτε μ’ άκουσαν να γαβγίζω

ήταν για να δώσω

έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο.

Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη

μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί

σαν ένα τραγούδι, που καθώς βρέχει

παίρνει το μέρος των φτωχών.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα

που μυρίζει η γη…

Όσο για μένα, έμεινα πάντα ένας πλανόδιος πωλητής αλλοτινών πραγμάτων,

αλλά… αλλά ποιος σήμερα ν’ αγοράσει ομπρέλες από αρχαίους κατακλυσμούς.

Αλλά μια μέρα δεν άντεξα.

Εμένα με γνωρίζετε, τους λέω.

Όχι, μου λένε.

Έτσι πήρα την εκδίκησή μου και δε στερήθηκα ποτέ τους μακρινούς ήχους.

Κι ύστερα στο νοσοκομείο που με πήγαν βιαστικά…

Τι έχετε, μου λένε.

Εγώ; Εγώ τίποτα, τους λέω. Μόνο πέστε μου γιατί μας μεταχειρίστηκαν,

μ’ αυτόν τον τρόπο.

Το βράδυ έχω βρει έναν ωραίο τρόπο να κοιμάμαι.

Τους συγχωρώ έναν-έναν όλους.

Άλλοτε πάλι θέλω να σώσω την ανθρωπότητα,

αλλά εκείνη αρνείται.

Κύριε, αμάρτησα ενώπιόν σου, ονειρεύτηκα πολύ

(…) Έτσι ξέχασα να ζήσω.

Μόνο καμιά φορά μ’ ένα μυστικό που το ’χα μάθει από παιδί,

ξαναγύριζα στον αληθινό κόσμο, αλλά εκεί κανείς δε με γνώριζε.

Σαν τους θαυματοποιούς που όλη τη μέρα χάρισαν τα όνειρα στα παιδιά

και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί κι απ’ τους αγγέλους.

Ζήσαμε πάντοτε αλλού.

Και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο

κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα

που μυρίζει η γη…

Δωσ’ μου το χέρι σου…

Δωσ’ μου το χ’ερι σου…

Τάσος Λειβαδίτης

Sunday, January 1, 2023


Ποῦ νὰ σὲ κρύψω, γιόκα μου, νὰ μὴ σὲ φτάνουν οἱ κακοί;

Σὲ ποιὸ νησὶ τοῦ Ὠκεανοῦ, σὲ ποιὰ κορφὴν ἐρημική;

Δὲ θὰ σὲ μάθω νὰ μιλᾷς καὶ τ᾿ ἄδικο φωνάξεις.

Ξέρω πῶς θἄχεις τὴν καρδιὰ τόσο καλή, τόσο γλυκή,

ποὺ μὲ τὰ βρόχια τῆς ὀργῆς ταχιὰ θενὰ σπαράξεις.


Σὺ θἄχεις μάτια γαλανά,θἄχεις κορμάκι τρυφερό,

θὰ σὲ φυλάω ἀπὸ ματιὰ κακὴ κι ἀπὸ κακὸν καιρό,

ἀπὸ τὸ πρῶτο ξάφνισμα τῆς ξυπνημένης νιότης.

Δὲν εἶσαι σὺ γιὰ μάχητες, δὲν εἶσαι σὺ γιὰ τὸ σταυρό.

Ἐσὺ νοικοκερόπουλο -ὄχι σκλάβος ἢ προδότης.


Τὴ νύχτα θὰ συκώνομαι κι ἀγάλια θὰ νυχοπατῶ,

νὰ σκύβω τὴν ἀνάσα σου ν᾿ ἀκῶ, πουλάκι μου ζεστὸ

νὰ σοῦ ῾τοιμάζω στὴ φωτιὰ γάλα καὶ χαμομήλι,

κ᾿ ὕστερα ἀπ᾿ τὸ παράθυρο μὲ καρδιοχτύπι νὰ κοιτῶ

ποὺ θὰ πηγαίνεις στὸ σκολιό με πλάκα καὶ κοντύλι.


Κι ἂν κάποτε τὰ φρένα σου μ᾿ ἀλήθεια, φῶς τῆς ἀστραπῆς,

χτυπήσει ὁ Κύρης τ᾿ οὐρανοῦ, παιδάκι μου νὰ μὴ τὴν πεῖς!

Θεριὰ οἱ ἀνθρώποι, δὲ μποροῦν τὸ φῶς νὰ τὸ σηκώσουν!

Δὲν εἶν᾿ ἀλήθεια πιὸ χρυσὴ σὰν τὴν ἀλήθεια τῆς σιωπῆς.

Χίλιες φορὲς νὰ γεννηθεῖς, τόσες θὰ σὲ σταυρώσουν!



Κώστας Βάρναλης

 



Μισὸν αἰῶνα πάλευα κι ἀπάνου

γιὰ λευτεριὰ δικιά μου καὶ τῶν ἄλλων,

κι ὅλο πιότερο μ᾿ ἔπνιγεν ὁ βρόχος,

κι οἱ γενναῖοι, ποὺ μὲ πνίγανε, πιὸ δοῦλοι.


Μὲ μπουκῶναν μωρὸ «Μεγάλη Ἰδέα»

κρύβοντάς μου τὸν πιὸ αἱμοβόρο ὀχτρό μου:

νά ῾μαι τοῦ ξένου ὁ πάτος, νὰ μισῶ

καὶ νὰ καταφρονῶ τ᾿ ἀνόσιο πλῆθος.


Τὰ σκολειά μου τὰ κλείνανε τὰ μάτια.

Μοῦ τ᾿ ἄνοιγαν ἡ ζούγκλα τῶν Ὀλίγων

καὶ τὰ «καταραμένα» τὰ βιβλία.

Κι ὁλάνοιχτ᾿ ἀπομεῖναν ὡς τὸ τέλος.


Ὅσο τὰ χρόνια ἀσπρίζαν στὴν κορφή μου,

τόσο βαθιὰ μοῦ μάτωνεν ἡ ἐλπίδα.

Μάθαινα πὼς ἡ ἀγάπη εἶναι δειλία

κι ἡ καλοσύνη ἀγιάτρευτο κακό.


Ἥρωας δὲν ἤμουν, μ᾿ ἔκαμνεν ὁ φόβος

(ἢ θὰ σκοτώσεις ἢ θὰ σκοτωθεῖς)

νὰ μεγαλώνω τὴ γλυκιὰ πατρίδα

καὶ νὰ μικραίνω τὸ φτωχὸ λαό.


Νὰ γελιέμαι πὼς ζῶ, ξεπόρτιζα ἔξω.

Κάθε πατημασιά μου καὶ πληγή.

Πιανόμουν ἀπὸ κάγκελα καὶ πόρτες

μὴν πέσω – τὸ κουφάρι μου κι ὄχι ἐγώ!


Μ᾿ ἄφησαν ὅλοι στὰ κακὰ ὑστερνά μου:

γυναῖκες, συγγενάδια, ἄσπονδοι φίλοι.

Κανεὶς νὰ μὲ βαστάει, νὰν τοῦ μιλάω.

Μιλοῦσα μοναχὸς δίχως ν᾿ ἀκούω.


Μὲ βρήκανε στὸ τέλος ξυλιασμένον

τρεῖς μέρες στὸ ντιβάνι μου ἀπομόναχο,

μὲ τὰ μάτια ἀνοιχτὰ καὶ στηλωμένα

κατὰ σένα, ὅπως πάντα, Ἀνατολή.


Οἱ πεθαμενατζῆδες μεθυσμένοι

βλαστημοῦσαν, ὅπως μὲ κατεβάζαν

τυλιγμένον σὲ μία παλιοκουβέρτα,

ὄροφοι πέντε καὶ σκαλιὰ ἐνενῆντα!


Κι ἢ ραχοκοκαλιὰ νὰ μὴ λυγάει

γιὰ νὰ τοὺς εὐκολύνει στὴ δουλειά τους.

Δὲν τό ῾μάθε κανένας. Τ᾿ ὄνομά μου

μήτ᾿ ἐγὼ δὲν τὸ λέω καὶ δὲν τὸ γράφω.


Τὰ μπουκωμένα στόματ᾿ ἀλυχτῆσαν:

–καλότυχοι, ἕνας Βούργαρος λιγότερο!

–κακότυχοι, ποὺ δὲν τόνε προλάβαμε!

–κόβουμ᾿ ἕναν, φυτρώνουνε σαράντα!


Εὐχαριστῶ σας, γερατειὰ καὶ πόνοι,

ποὺ ἐσεῖς μὲ ξαποστείλατε, ὄχι ὁ Νόμος

(δυὸ φορὲς «ἐπ᾿ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ»!).


Κι οὔτε μὲ πολτοποίησε στὴ λάσπη

ἕνα τρίκυκλο ἀθῷο («τροχαῖον ἀτύχημα»!).

Ρίχτε με τώρα στὰ βαθιὰ τῆς θάλασσας.

Τ᾿ ἀδούλωτα κορμιὰ δὲ βρίσκουν οὔτε

μιᾶς πιθαμῆς Ἑλλάδα νὰ ἡσυχάσουν!


Νοέμβρης 1968

Sunday, December 25, 2022


1. Τον φόβο σου μόνο εσύ μπορείς να τον θρέψεις και μόνο εσύ μπορείς να τον καταστρέψεις. Τα τέρατα ζουν μέσα σου και στο χέρι σου είναι μόνο αν θα τα αφήσεις να μεγαλώσουν ή όχι. Ή, όπως λέει και ο Καβάφης, «Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου».

2. Οι άνθρωποι που έχεις δίπλα σου να είναι λίγοι και καλοί. Μην αναλώνεσαι με ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις άσχημα, που σε μειώνουν, που δεν θέλουν το καλό σου, που δεν ξέρουν να δίνουν. Μην εξαντλείσαι «μέσα στην πολλή συνάφεια του κόσμου».

3. Αυτά που δεν λες, αυτά που δεν ζεις, αυτά που δεν θες να παραδεχθείς ούτε στον εαυτό σου, τα απωθημένα και τα καταπιεσμένα σου ένστικτα είναι αυτά που θα έρθουν μια μέρα και θα σε εκδικηθούν, θα σε πνίξουν.Μην καταπιέζεις τον εαυτό σου, μην δημιουργείς αδιέξοδα εκεί που δεν υπάρχουν. Ζήσε.

4. Πόθος. Έρωτας. Σεξ. Αγάπη. Οι μεγαλύτερες κινητήριες δυνάμεις. Απόλαυσέ τες.


5. Δεν έχουν σημασία μόνο αυτά που ζήσαμε. Ίσως μεγαλύτερη σημασία έχουν αυτά που δεν ζήσαμε. Οι έρωτες οι ανεκπλήρωτοι, όλα τα «σ αγαπώ» που τσιγκουνευτήκαμε, όλα τα σώματα που αγγίξαμε μόνο νοητά, όλα τα χείλη που ονειρευτήκαμε αλλά φοβηθήκαμε να φιλήσουμε. Ίσως τα «όχι» μας μας έκαναν αυτό που είμαστε, όχι τα «ναι» μας. Ίσως.

6. Ό,τι αρχίζει, θα τελειώσει. Ό,τι δεν αρχίσει δεν θα τελειώσει και ποτέ. Έρωτας δεν είναι μόνο ό,τι εκπληρώθηκε- είναι και ό,τι πόθησες. Ίσως γι’ αυτό μας τρώνε για πάντα οι ανεκπλήρωτοι έρωτες. Δεν πεθαίνουν γιατί δεν κατάφεραν να γεννηθούν.

7. Το να παραδεχθούμε ότι κάτι πέθανε, ότι έκανε τον κύκλο του, ότι δεν είναι πια ό,τι ήταν, ότι το χάσαμε για πάντα, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η μόνη λύση είναι, όμως, να αποχαιρετήσεις αυτό που φεύγει «σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος». Τουλάχιστον «σαν». Μέχρι να γίνεις θαρραλέος.

 

Κοιτάξτε! Μια πανηγυρική παράσταση είναι, σ’ αυτά τα τελευταία έρημα χρόνια. Ένα πλήθος αγγέλων φτερωτό, στολισμένο με πέπλα, και στα δάκρυα βουτημένο, κάθεται σ’ένα θέατρο για να δει ένα δράμα από ελπίδες και φόβους καμωμένο, ενώ η ορχήστρα στενάζει κάθε τόσο τη μουσική των κόσμων.

Μίμοι, στο σχήμα του Υψίστου ντυμένοι, σιγομιλάν και σιγομουρμουρίζουν, και δώθε κείθε ξεπετάγονται, νευρόσπαστα σωστά, που πηγαινώρχονται στις διαταγές τεράστιων άμορφων στοιχείων, που αλλάζουνε τα σκηνικά μπρός πίσω, σαλεύοντας με όρνιου φτερά την αόρατη ένα γύρω δυστυχία.

Το ποικιλόμορφο αυτό δράμα, σίγουρα δεν θα βολέψει να λησμονηθεί, μ’αυτό το φάντασμα που αιώνια κυνηγιέται απ’ένα πλήθος, όπου δε βολεί να το τσακώσει μεσ’ έναν κύκλο, όπου αιώνια στρέφοντας ματαγυρνά στην ίδια θέση πάντα, κι όπου περίσσα τρέλα και πιότερη αμαρτία και φρίκη της πλοκής του, ειν’ η ψυχή.

Μα ιδέστε, μεσ’στη χλαλοή των μίμων μια χαμόσυρτη μορφή που εισβάλει, ένα πράμα αιματοκόκκινο, που νηματόστριφο προβάλλει από τα ερημοσκότεινα βάθη της σκηνής. Σα νήμα γυροστρέφει, γυροστρέφει, και σ’αγωνία θνητών οι μίμοι γίνονται βορά του, και κλαίνε λυγμικά τα σεραφείμ, Θωρώντας τις μασέλες του ερπετού, από αίμα ανθρώπινο να ξεχειλάνε.

Κι έσβυσαν,έσβυσαν με μιας όλα τα φώτα, κι εμπρός απ’ ολες τις τρεμουλιαστές μορφές η αυλαία νεκροσάβανο, πέφτει με τη μανία μιας καταιγίδας, ενώ οι άγγελοι χλωμοί κι αποσβησμένοι σηκώνονται, ρίχτουνε τα πέπλα και βεβαιώνουνε πως το έργο αυτό ειν’ η τραγωδία που λέγεται “Ανθρωπος” κι ο ήρωάς του είναι το Κυρίαρχο Σκουλήκι.

Κοιτάξτε! Μια πανηγυρική παράσταση είναι, σ’ αυτά τα τελευταία έρημα χρόνια. Ένα πλήθος αγγέλων φτερωτό, στολισμένο με πέπλα, και στα δάκρυα βουτημένο, κάθεται σ’ένα θέατρο για να δει ένα δράμα από ελπίδες και φόβους καμωμένο, ενώ η ορχήστρα στενάζει κάθε τόσο τη μουσική των κόσμων.

Μίμοι, στο σχήμα του Υψίστου ντυμένοι, σιγομιλάν και σιγομουρμουρίζουν, και δώθε κείθε ξεπετάγονται, νευρόσπαστα σωστά, που πηγαινώρχονται στις διαταγές τεράστιων άμορφων στοιχείων, που αλλάζουνε τα σκηνικά μπρός πίσω, σαλεύοντας με όρνιου φτερά την αόρατη ένα γύρω δυστυχία.

Το ποικιλόμορφο αυτό δράμα, σίγουρα δεν θα βολέψει να λησμονηθεί, μ’αυτό το φάντασμα που αιώνια κυνηγιέται απ’ένα πλήθος, όπου δε βολεί να το τσακώσει μεσ’ έναν κύκλο, όπου αιώνια στρέφοντας ματαγυρνά στην ίδια θέση πάντα, κι όπου περίσσα τρέλα και πιότερη αμαρτία και φρίκη της πλοκής του, ειν’ η ψυχή.

Μα ιδέστε, μεσ’στη χλαλοή των μίμων μια χαμόσυρτη μορφή που εισβάλει, ένα πράμα αιματοκόκκινο, που νηματόστριφο προβάλλει από τα ερημοσκότεινα βάθη της σκηνής. Σα νήμα γυροστρέφει, γυροστρέφει, και σ’αγωνία θνητών οι μίμοι γίνονται βορά του, και κλαίνε λυγμικά τα σεραφείμ, Θωρώντας τις μασέλες του ερπετού, από αίμα ανθρώπινο να ξεχειλάνε.

Κι έσβυσαν,έσβυσαν με μιας όλα τα φώτα, κι εμπρός απ’ ολες τις τρεμουλιαστές μορφές η αυλαία νεκροσάβανο, πέφτει με τη μανία μιας καταιγίδας, ενώ οι άγγελοι χλωμοί κι αποσβησμένοι σηκώνονται, ρίχτουνε τα πέπλα και βεβαιώνουνε πως το έργο αυτό ειν’ η τραγωδία που λέγεται “Ανθρωπος” κι ο ήρωάς του είναι το Κυρίαρχο Σκουλήκι.


Βγάλτε τίς κλειδαριές από τίς πόρτες!

Βγάλτε τίς πόρτες απ' τούς μεντεσέδες!




Γιά τον Κάρλ Σόλομον


Ι


Είδα τά καλύτερα μυαλά τής γενιάς μου χαλασμένα απ' την

    τρέλα, λιμασμένα υστερικά γυμνά,

νά σέρνονται μέσ' απ' τούς νέγρικους δρόμους τήν αυγή γυ-

    ρεύοντας μιά φλογισμένη δόση,

χίπστερς αγγελοκέφαλοι πού καίγονταν γιά τόν αρχαίο επου-

    ράνιο δεσμό μέ τό αστρικό δυναμό στή μηχανή τής νύχτας,

φτωχοί καί κουρελήδες μέ βαθουλωμένα μάτια, πού φτιαγμέ-

    νοι ξενυχτούσαν καπνίζοντας στό υπερφυσικό σκοτάδι πα-

    γωμένων διαμερισμάτων, αρμενίζοντας πάνω από τίς κορ-

    φές τών πόλεων αφοσιωμένοι στήν τζάζ,

πού άνοιγαν τό μυαλό τους στά Ουράνια κάτω απ' τόν εναέριο

    σιδηρόδρομο καί βλέπανε αγγέλους μουσουλμάνους τρεκλί-

    ζοντας φωτισμένοι σέ ταράτσες λαϊκών πολυκατοικίων,

πού πέρασαν απ' τά πανεπιστήμια μέ μάτια ανοιχτά κι αχτι-

    νοβόλα μέ παραισθήσεις τού Άρκανσω κι οράματα δραμα-

    τικά λουσμένα στό φώς τού Μπλέηκ ανάμεσα στούς μανδα-

    ρίνους τού πολέμου,

πού αποβλήθηκαν απ' τίς ακαδημίες γιατ' ήσαν λέει τρελοί κι

    εξέδιδαν άσεμνες ωδές στά παράθυρα τής νεκροκεφαλής,

πού τρέμανε σ' αξύριστα δωμάτια μέ εσώρουχα, καίγοντας

    τά λεφτά τους σέ καλάθια αχρήστων καί στήνοντας τ' αυτί

    στόν Τρόμο μεσ' απ' τόν τοίχο,

πού πιάστηκαν από τίς ηβικές γενειάδες τους γυρίζοντας

    φτιαγμένοι μέ μαριχουάνα από Λαρέντο γιά Νέα Υόρκη,

πού καταπίνανε φωτιά στούς τεκέδες ή πίναν νέφτι στό Πα-

    ράνταϊς Άλλεϋ, θάνατος, ή τυραννούσαν τά κορμιά τους

    κάθε νυχτα

μέ όνειρα, μέ ναρκωτικά, μ' εφιάλτες στόν ξύπνο, βακχείες

    καί οχείες κι ατέλειωτα όργια,

ασύγκριτα αδιέξοδα φρικιαστικού σύννεφου κι αστραπής στό

    μυαλό πού πηδούσε σέ κολόνες τού Καναδά καί τού Πάτερ-

    σον, καταυγάζοντας τόν ασάλευτο κόσμο τού Χρόνου,

Πεγιότ συμπάγειες τώμ θαλάμων, χαράματα περιβόλων πρά-

    σινων δέντρων κοιμητηρίων, κρασομεθύσια στίς στέγες, αύ-

    τοκινητάδες τής πλάκας καί τής μαστούρας καί απέραντες

    σειρές βιτρίνες καί βλεφαρισμοί τών φώτων τής τροχαίας,

    ηλιακές καί σεληνιακές καί δενδρικές δονήσεις στά βρυχώ-

    μενα χειμωνιάτικα δειλινά τού Μπρούκλιν, τενεκεδοπαρα-

    ληρήματα κι ευγενικό βασιλικό φώς τού νού,

πού στρωθήκαν στό μετρό γιά τήν ατέρμονη βόλτα απ' τό

    Μπάττερυ στό άγιο Μπρόνξ μέ μπενζεντρίν ωσότου τών

    τροχών καί τών παιδιών ο θόρυβος τούς έριξε τρέμοντας

    σύγκορμοι μέ στραβό τό στόμα τσακισμένοι ξεστραγγισμέ-

    νοι από κάθε σκέψη στό θλιβερό φώς τού Ζωολογικού Κήπου,

πού βουλιάξαν όλη νύχτα στό υποβρύχιο φώς τού Μπίκφορντ

    καί ξενερίσανε καί βγάλαν τό απόγευμα μέ ξεθυμασμένη

    μπίρα στήν  ερημιά τού Φουγκάτσι, ακούγοντας τόν Ερχομό

    τής Κρίσης στό τζουκμπόξ τού υδρογόνου,

πού μιλούσαν ακατάπαυστα εβδομήντα ώρες απ' τό πάρκο στό

    σπίτι στό μπάρ στό Μπέλβιου στό μουσείο στή Γέφυρα τού

    Μπρούκλιν,

ένα χαμένο τάγμα πλατωνικών συζητητών πού πηδούσαν απ'

    τίς βεράντες απ' τίς εξόδους πυρκαγιάς απ' τά παράθυρα απ'

    τό Εμπάιερ Στέητ απ' τήν σελήνη,

μπουρδολογώντας ουρλιάζοντας ξερνοβολώντας ψιθυρίζοντας

    γεγονότα καί μνήμες κι ανέκδοτα καί πλάκες πού σπάσανε

    καί σόκ νοσοκομείων καί φυλακών καί πολέμων,

ολόκληρες διάνοιες πού ξεράστηκαν αναπολώντας μέ απόλυτη

    ακρίβεια εφτά μέρες καί νύχτες μέ μάτια πού άστραφταν,

    κρέας γιά τή Συναγωγή πεταμένο στό πεζοδρόμιο,

πού χάθηκαν στό πούπετα Ζέν Νιού Τζέρσυ αφήνοντας στό πέ-

    ρασμά τους διφορούμενα κάρτ-ποστάλ τού Ατλάντικ Σίτυ

    Χώλ,

υποφέροντας από ιδρώτες τής Ανατολής καί οστεόλυση τής

    Ταγγέρης καί κινεζικές ημικρανίες σέ περίοδο αποτοξινώ-

    σεως στό γυμνό καί θλιβερό δωμάτιο στο Νιούαρκ,

πού γυρόφερναν τά μεσάνυχτα στό μηχανοστάσιο τών τρένων

    κι αναρωτιόνταν πού νά πάνε, καί πήγαν, χωρίς ν΄αφήσουν

    κανένα μέ παράπονο,

πού ανάβανε τσιγάρα στά βαγόνια βαγόνια βαγόνια πού κρο-

    τάλιζαν τραβώντας μεσ' απ' τό χιόνι γιά τίς ερήμικες φάρ-

    μες στήν παππούδικη νύχτα,

πού μελετούσανε Πλωτίνο Πόου Άγιο Ιωάννη τού Σταυρού

    τηλεπάθεια καί μπόπ καμπάλλα γιατί ο κόσμος εδονείτο

    ενστικτωδώς κάτω απ' τά πόδια τους στό Κάνσας,

πού τριγυρνούσαν μόνοι στούς δρόμους τού Αϊντάχο ψάχνον-

    τας γιά φανταστικούς ινδιάνους αγγέλους πού ήσαν φαντα-

    στικοί ινδιάνοι άγγελοι,

πού σκέφτηκαν πώς απλώς ήσαν τρελοί όταν η Βαλτιμόρη

    άστραψε σέ υπερφυσική έκσταση,

πού σάλταραν σέ λιμουζίνες μέ τόν Κινέζο τής Οκλαχόμα

    όταν τούς κέντρισε η χειμωνιάτικη τού φαναριού τού δρόμου

    μεσονύχτια επαρχιώτικη βροχή,

πού σουλατσάρανε πεινασμένοι κι έρημοι στό Χιούστον ψά-

    χνοντας γιά τζάζ ή σέξ ή πράγμα, καί πήραν στό κατόπι τόν

    αετονύχη τόν Σπανιόλο νά συζητήσουν γιά τήν Αμερική καί

    τήν Αιωνιότητα, ανέλπιδη προσπάθεια, κι έτσι μπαρκάραν

    γιά τήν Αφρική,

πού εξαφανίστηκαν στά ηφαίστεια τού Μεξικού αφήνοντας

    πίσω τους τίποτ' άλλο πέρα από τή σκιά τών μπλουτζήνς

    καί τή λάβα καί τή στάχτη τής ποιήσης σκορπισμένη στό

    τζάκι Σικάγο,

πού ξαναφάνηκαν στη Δυτική Ακτή  ερευνώντας τό  F.B.I  μέ

    γενειάδες καί σόρτς μέ μεγάλα πασιφιστικά μάτια σέξυ

    καί λιοκαμένοι μοιράζοντας ακατανόητα φυλλάδια,

πού έκαναν τρύπες από τσιγάρο στά μπράτσα τους διαμαρτυ-

    ρόμενοι γιά τή ναρκωτική καταχνιά τού ταμπάκου τού Κα-

    πιταλισμού,

πού μοιράσανε Υπερκομμουνιστικά φυλλάδια στή Γιούνιον

    Σκουαίαρ κλαίγοντας καί βγάζοντας τά ρούχα τους ενώ οι

    σειρήνες τού Λός Άλαμος τούς κυνηγούσαν στριγκλίζοντας,

    τήν Ουώλ Στρήτ κατεβαίνοντας στριγκλίζοντας , κι ενώ τό

    φέρρυ γιά τό Στάτεν στρίγκλιζε επίσης,

πού έσπασαν κλαίγοντας σέ λευκά γυμναστήρια γυμνοί καί

    τρέμοντας μπροστά στίς μηχανές άλλων σκελετών

πού δάγκωσαν ντέτεκτιβς στό σβέρκο καί τσίριζαν καταγοη-

    τευμένοι σέ αστυνομικά εκατό μιά καί κανένα έγκλημα δέν

    είχαν διαπράξει παρά μονάχα τή δική τους άγρια παιδερα-

    στία καί μέθη,

πού ούρλιαζαν πεσμένοι στά γόνατα στόν υπόγειο καί σύρθη-

    καν έξω από τήν οροφή ανεμίζοντας χειρόγραφα καί γεννη-

    τικά όργανα,

πού αφέθηκαν νά γαμηθούν από πίσω από άγιους μοτοσυκλε-

    τιστές κι αλάλαζαν από χαρά,

πού κάνανε τσιμπουκι μ' αυτά τ' ανθρώπινα σεραφείμ, τούς

    ναύτες, χάδια τού Ατλαντικού κι αγάπες τής Καραϊβικής,

πού ξεφάντωναν πρωί καί βράδυ στούς ροδόκηπους καί στό

    γρασίδι τών δημοσίων πάρκων καί κοιμητηρίων σκορπίζον-

    τας μ' απλοχεριά τό σπέρμα τους σ' όποιον κι άν ήθελε,

πού είχαν αδιάκοπο λόξιγκα θέλοντας νά χαχανίσουν καί τέ-

    λειωσαν μ' ένα λυγμό πίσω από ένα χώρισμα σ' ένα χαμάμ

    όταν ο ξανθός καί γυμνός άγγελος ήρθε νά τούς καρφώσει

    μ' ένα ξίφος,

πού χάσανε τ' αγόρια τους στίς τρείς γριές στίγκλες τής

    μοίρας τή μονόφθαλμη τή στρίγκλα τού ετεροφυλόφιλου δο-

    λάριου τή μονόφθαλμη τή στρίγκλα πού κλείνει τό μάτι έξω

    απ' τή μήτρα καί τή μονόφθαλμη τή στρίγκλα πού δέν κάνει

    τίποτ' άλλο απ' τό νά κάθεται στόν πισινό της καί νά ψαλι-

    δίζει τίς χρυσές κλωστές τής διανόησης στόν αργαλειό τού

    τεχνίτη,

πού ζευγαρώθηκαν εκστατικοί κι ακόρεστοι μ' ένα μπουκάλι

    μπίρα μιά αγαπούλα ένα πακέτο τσιγάρα ένα κερί καί πέ-

    σαν κάτω απ' τό κρεβάτι καί συνεχίσανε στό πάτωμα καί

    έξω στό διάδρομο καί τέλειωσαν λιγοθυμώντας μέ τό όραμα

    τού απόλυτου μουνιού καί σπέρμα πού ξέφυγε από τό τε-

    λευταίο παίξιμο τής συνείδησης,

πού γλύκαναν τό πράμα εκατομμυρίων κοριτσιών τρέμοντας

    στό δειλινό καί είχαν μάτια κόκκινα τό πρωί, πρόθυμοι

    όμως νά γλυκάνουν τό πράμα τής ανατολής, αστράφτοντας

    οπίσθια στούς σιτοβολώνες καί γυμνοί στή λίμνη,

πού σάρωσαν τό Κολοράντο πορνοκοπώντας μέ μυριάδες κλεμ-

    μένα  αυτοκίνητα τής νύχτας, Νήλ Κάσσαντυ, κρυφός ήρως

    αυτών τών ποιημάτων, ψωλαράς καί Άδωνις τού Ντένβερ -

    χαρά στ' αμέτρητα γαμήσια του μέ κορίτσια σέ χορταρια-

    σμένα οικόπεδα κι αυλές, σέ ξεχαρβαλωμένες πολυθρόνες

    κινηματογράφων, σέ βουνοκορφές σέ σπήλαια, μέ χτικιάρες

    γκαρσόνες στ' ανασηκωμένα μεσοφούστανα τών κρασπέδων

    τών εθνικών οδών, κυρίως δέ σέ μυστικούς σολιψισμούς ου-

    ρητηρίων βενζινάδικων, καί σέ σοκάκια επίσης,

πού σβήσαν σάν εικόνες σέ απέραντες βρομερές ταινίες, μετα-

    κινήθηκαν στό όνειρο, ξύπνησαν σ'ένα απροσδόκητο Μαν-

    χάτταν, σύρθηκαν έξω απ' τά υπόγεια μέ πονοκέφαλο απ'τό

    άσπλαχνο Τοκαίυ καί τούς τρόμους τών σιδηρών ονείρων τής

    Τρίτης Λεωφόρου  καί τράβηξαν παραπατώντας γιά τό γρα-

    φείο ανεργίας,

πού περπατήσανε όλη νύχτα μέ τά παπούτσια τους γεμάτα

    αίμα στίς χιονισμένες αποβάθρες παραμονευόντας μιά πόρ-

    τα τού Ήστ Ρίβερ νά ανοίξει σ' ένα δωμάτιο γεμάτο όπιο

    καί αχνούς,

πού δημιούργησαν μεγάλα αυτοκτονικά δράματα στίς πολυκα-

    τοικιούμενες απόκρημνες όχθες τού Χάντσον κάτω από τόν

    γαλάζιο αντιαεροπορικό προβολέα τής σελήνης, καί τά κε-

    φάλια τους στεφανωθούν μέ δάφνη εις αιωνίαν λήθην,

πού φάγανε τό αρνάκι ραγού τής φαντασίας ή χωνέψανε τόν κά-

    βουρα στόν λασπώδη πυθμένα τών ποταμών τού Μπάουερυ, 

πού κλάψανε γιά τό ρομάντσο τών δρόμων μέ τό κάρο τους

    γεμάτο κρεμμύδια καί κακή μουσική,

πού κάθισαν σέ παράγκες ανασαίνοντας στό σκοτάδι κάτω απ'

    τή γέφυρα καί σηκωθήκαν γιά νά στήσουν κλαβεσέν στίς

    σοφίτες τους,

πού βήχανε στόν έκτο όροφο τού Χάρλεμ στεφανωμένοι μέ

    φλόγα κάτω από τόν φυματικό ουρανό πλαισιωμένοι από κα-

    φάσια θεολογίας,

πού ορνιθοσκαλίζανε όλη νύχτα ροκεντρολάροντας ανυπέρβλη-

    τες επωδές πού στό κίτρινο πρωινό ήσαν στροφές ασυναρ-

    τησιών,

πού μαγειρέψαν σάπια ζώα πλεμόνια καρδιές πόδια ουρές

    μπόρστ καί τορτίγιες κάνοντας όνειρα γιά τό αγνό βασίλειο

    τών φυτών,

πού χωθήκανε κάτω από φορτηγά-ψυγεία κρεάτων ψάχνοντας

    γιά ένα αυγό,

πού πέταξαν τά ρολόγια τους απ' τήν ταράτσα γιά νά ρίξουν τήν

    ψήφο τους υπέρ τής Αιωνιότητας έξω απ' τό Χρόνο, καί ξυ-

    πνητήρια πέφταν κάθε μέρα στά κεφάλια τους καθ' όλη τήν

    επόμενη δεκαετία,

πού κόψανε τίς φλέβες τους τρείς φορές συνέχεια ανεπιτυχώς,

    τό πήρανε απόφαση κι αναγκάστηκαν ν' ανοίξουν μαγαζιά

    μέ αντίκες όπου νιώθαν πώς γερνούν, καί κλαίγανε,

πού κάηκαν ζωντανοί μέ τά αθώα φανελένια τους κουστούμια

    στή Λεωφόρο Μάντισον ανάμεσα σ' εκρήξεις μολυβένιου

    στίχου καί φουλαρισμένοι σαματά τώμ σιδηρών συνταγμά-

    των τής μόδας καί νιτρογλυκερινικών κραυγών τών νεράι-

    δων τής διαφημίσης καί μουσταρδικού αερίου τών απαισίων

    διανοουμένων εκδοτών, ή πατηθήκανε από τά μεθυσμένα

    ταξί τής Απολύτου Πραγματικότητος,

πού πήδηξαν από τή γέφυρα τού Μπρούκλιν αυτό πράγματι

    συνέβη καί χαθήκανε άγνωστοι καί ξεχασμένοι στή φασμα-

    τική ζάλη τών παρόδων τής Τσάιναταουν, κι ούτε τούς κέ-

    ρασαν μιά μπίρα,

πού τραγουδούσαν απ' τά ανοιχτά παράθυρα τους απελπισμέ-

    νοι, έπεσαν από τό παράθυρο τού μετρό στό βρόμικο Πασ-

    σάικ, ρίχτηκαν σέ νέγρους, κλαίγανε στούς δρόμους, χόρε-

    ψαν ξυπόλητοι πάνω σέ κρασοπότηρα σπασμένα πίτα στό

    μεθύσι δίσκους γραμμοφώνου νοσταλγικής γερμανικής τζάζ

    τού '30, τέλειωσαν τό ουίσκυ καί ξέρασαν μέ ρόχθο στή

    ματωμένη τουαλέτα, μέ βογκητά στ' αυτιά τους καί συριγ-

    μούς κολοσσιαίων σειρήνων,

πού κουτρουβάλησαν στίς λεωφόρους τού παρελθόντος ταξι-

    δευόντας ο ένας στού άλλου τόν Γολγοθά τής αγρύπνιας καί

    τής μοναξιάς ή στήν ενσάρκωση τής τζάζ τού Μπίρμινχαμ,

πού διασχίσανε τή χώρα απ' τό 'να άκρο στ' άλλο σ' εβδομην-

    ταδύο ώρες γιά νά δούν άν εγώ είχα ένα όραμα ή εσύ είχες

    ένα όραμα ή αυτός είχε ένα όραμα, γιά νά βρούν τήν Αιω-

    νιότητα,

πού ταξίδεψαν στό Ντένβερ, πού πέθαναν στό Ντένβερ, πού

    ξαναγύρισαν στό Ντένβερ καί περίμεναν ματαίως, πού α-

    γνάτευαν στό Ντένβερ καί στοχάζονταν καί μονάζανε στό

    Ντένβερ καί τελικά εφύγανε γιά ν' ανακαλύψουν τό Χρόνο,

    καί τό Ντένβερ νοσταλγεί τώρα τούς ήρωες του,

πού πέσανε στά γόνατα σ' απελπισμένες εκκλησιές καί προσ-

    ευχήθηκαν ο ένας γιά τού άλλου τή σωτηρία καί τή φώτιση

    καί τίς καρδιές, ώσπου η ψυχή φώτισε τά μαλλιά της μιά

    στιγμή,

πού σπάσαν τό κεφάλι τους στίς φυλακές καρτερώντας απίθα-

    νους εγκληματίες μέ χρυσά κεφάλια καί τή γοητεία τής

    πραγματικότητας στίς καρδιές πού τραγουδούσαν γλυκά

    μπλούζ στό Αλκατράζ,

πού αποσύρθηκαν στό Μεξικό γιά νά καλλιεργήσουν μιά συν-

    ήθεια, ή στά Βραχώδη Όρη στόν τρυφερό Βούδα ή στήν

    Ταγγέρη στ’ αγόρια ή στό Νότιο Ειρηνικό στή μαύρη λοκο-

    μοτίβα ή στό Χάρβαρντ στόν Νάρκισσο στό Γούντλων στή

    γιρλάντα από μαργαρίτες ή στόν τάφο,

πού αξίωσαν δίκες πνευματικής υγείας κατηγορώντας τό ρα-

    διόφωνο γιά υπνωτισμό καί απόμειναν μέ τή δική τους τρέ-

    λα καί τά χέρια τους κι ένα δίβουλο δικαστήριο,

πού πέταξαν κλούβια αυγά στούς ομιλητές περί Ντανταϊσμού

    στό Κολέγιο τής Νέας Υόρκης καί μετά παρουσιάστηκαν

    στά γρανιτένια σκαλοπάτια τού τρελοκομείου μέ ξυρισμένα

    κεφάλια γλωσσοκοπανώντας αυτοκτονίες καί απαιτώντας

    άμεσο λοβοτομία,

 καί πού τούς δόθηκε αντί γι’ αυτό τό συμπαγές κενό της ιν-

    σουλίνης τού μετρασόλ τού ηλεκτροσόκ τής υδροθεραπείας

    ψυχοθεραπείας εργασιοθεραπείας πίνγκ πόνγκ καί αμνη-

    σίας,

πού αναποδογύρισαν ένα μονάχα συμβολικό τραπέζι τού πίνγκ

    πόνγκ, κακόγουστη διαμαρτυρία, καί ξεκουράστηκαν γιά

    λίγο στην κατατονία,

καί γύρισαν μετά από χρόνια στ’ αλήθεια φαλακροί αλλά μέ

    μιά ματωμένη περούκα, καί τά δάκρυα καί τά δάχτυλα, στήν

    ολοφάνερη καταδίκη τής τρέλας τών θαλάμων τών τρελο-

    πόλεων τών Ανατολικών Πολιτειών,

στά δυσώδη δωμάτια τού Πίλγκριμ καί τού Ρόκλαντ καί τού

    Γκρέυστοουν, λογομαχώντας μέ τούς αντίλαλους τής ψυχής,

    χορεύοντας ρόκ στίς μεσονύχτιες παντέρημες εκτάσεις τής

    αγάπης, ένα όνειρο ζωής ένας βραχνάς, σώματα πού γινήκαν

    πέτρα βαριά σάν τό φεγγάρι,

μέ τή μάνα τελικά....... καί τό τελευταίο φανταστικό βιβλίο

    πεταμένο έξω απ’ τό παράθυρο, καί τήν τελευταία πόρτα

    πού έκλεισε στίς 4 τό πρωί καί τό τελευταίο τηλέφωνο πού 

    βρόντηξε στόν τοίχο αντί απαντήσεως καί τό τελευταίο ε-

    πιπλωμένο δωμάτιο πού άδειασε μέχρι τό τελευταίο κομ-

    μάτι πνευματικής επίπλωσης, κι ένα κίτρινο χάρτινο τριαν-

    τάφυλλο καρφωμένο στήν κρεμάστρα στήν ντουλάπα, φαν-

    ταστικό κι αυτό ακόμη, τίποτα πέρα από ένα ελπιδοφόρο

    κομματάκι παραισθήσεως -

Ώ Κάρλ, όσο δέν είσαι ασφαλής δέν είμαι άσφαλής, καί τώρα

    είσαι στ’ αλήθεια μέσα στήν απόλυτη μπουγιαμπέσα τού

    χρόνου -

καί πού γι’ αυτό ετρέχανε στούς παγωμένους δρόμους δαιμο-

    νισμένοι από μιά ξαφνική αστραπή τής αλχημείας τής χρή-

    σης τής έλλειψης τού καταλόγου τού μεταβλητού μέτρου καί

    τού παλμικού επιπέδου,

πού ονειρεύονταν καί επιχειρούσαν ένσαρκα χάσματα στό Χώ-

    ρο καί τό Χρόνο μέσ’ άπό άντικριστές εικόνες, καί παγί-

    δευαν τον αρχάγγελο τής ψυχής ανάμεσα σέ 2 οπτικές ει-

    κόνες καί δένανε τά στοιχειώδη ρήματα καί βάζανε μαζί τό

    ούσιαστικό καί τήν παύλα τής συνείδησης πηδώντας μέ τήν 

    αίσθηση τού Pater Omnipotens Aetema Deus

 γιά ν’ άναγεννήσει τή σύνταξη καί τό μέτρο τού φτωχού άνθρώ-

    πινου πεζού λόγου καί νά σταθεί μπροστά σας αμίλητος καί

    νοήμων καί τρέμοντας από ντροπή, απορριμμένος κι όμως

    ανοίγοντας τήν ψυχή γιά νά ομονοήσει μέ τό ρυθμό τής

    σκέψης μές στό γυμνό κι απέραντο κεφάλι,

ό τρελός τό ρεμάλι κι άγγελος μπήτ στό Χρόνο, άγνωστος, κι

    όμως καταγράφοντας εδώ αυτά πού θ’ απομείνουν γιά νά

    ειπωθούν σέ καιρούς μετά τό θάνατο, γι’ αύτούς

πού υψώθηκαν μετενσαρκωμένοι στά φασματικά ρούχα τής

    τζαζ στή χρυσοκέρατη σκιά τής μπάντας καί τραγούδησαν

    το βάσανο γι’ αγάπη τού γυμνού αμερικάνικου μυαλού μέ

    μιά ηλί ηλί λαμά σαβαχθανί σαξοφωνική κραυγή πού ανα-

    τρίχιασε τίς πόλεις μέχρι τό τελευταίο ραδιόφωνο

μέ τήν απόλυτη καρδιά τού ποιήματος τής ζωής σφαγμένη καί 

    πετάμενη έξω απ’τά κορμιά τους καλή γιά φάγωμα γιά 

    χίλια χρόνια.

 



II


Ποιά σφίγγα τσιμέντου καί αλουμίνιου έσπασε τά κρανία τους 

    καί καταβρόχθισε τά μυαλά καί τή φαντασία τους;

Μολώχ ! Μοναξιά ! Βρομιά ! ’Ασχήμια ! Σκουπιδοτενεκέδες 

    κι απρόσιτα δολάρια ! Παιδιά πού τσιρίζουν κάτω άπ’ τίς 

    σκάλες ! ’Αγόρια πού κλαΐνε μ’ αναφιλητά στούς στρατούς ! 

    Γέροι πού κλαψουρίζουν στα πάρκα !

Μολώχ ! Μολώχ ! Εφιάλτης τού Μολώχ ! Μολώχ ό χωρίς 

    αγάπη καμιά ! Μολώχ τού μυαλού ! Μολώχ ό στυγνός κρι-

    τής τών άνθρώπων !

Μολώχ η ακατανόητη φυλακή ! Μολώχ τό νεκροκέφαλο άψυχο 

    κάτεργο καί  Κογκρέσο τών θλίψεων ! Μολώχ τών κτιρίων 

    τής κρίσεως ! Μολώχ ό θεόρατος λίθος τού πολέμου ! Μο-

    λώχ οί αποσβολωμένες κυβερνήσεις !

Μολώχ μέ τ’ ατόφιο μυαλό μηχανής ! Μολώχ πού στίς φλέβες 

    σου τρέχει ρευστό ! Μολώχ μέ τά δάχτυλα δέκα στρατιών. 

    Μολώχ μέ άνθρωποφάγο στήθος δυναμό ! Μολώχ μέ τ’ αύτι 

    πού καπνίζει σαν τάφος !

Μολώχ μέ τά μάτια χιλιάδων παραθύρων τυφλών! Μολώχ τών 

    ουρανοξυστών στή σειρά καθισμένων στούς απέραντους δρό-

    μους σάν ’Ιεχωβάδες ! Μολώχ έργοστασίων πού κρώζουν 

    στό πούσι κι ονειρεύονται ! Μολώχ καμινάδων κι άντένων 

    πού στέφουν τις πόλεις !

Μολώχ μέ αγάπη απέραντη πετρελαίου καί πέτρας ! Μολώχ 

    μέ ψυχη τραπεζών κι ηλεκτρικής ένεργείας ! Μολώχ πού ή 

    φτώχεια σου είναι τό φάσμα τής μεγαλοφυίας ! Μολώχ πού 

    ή μοίρα σου είναι ένα σύννεφο αφύλου υδρογόνου ! Μολώχ 

    πού τ’ όνομά σου είναι Νούς !

Μολώχ πού μέσα σου νιώθω μονάχος ! Μολώχ πού μέσα σου 

    ονειρεύομαι αγγέλους ! Τρελός στόν Μολώχ ! Πούστης στόν 

    Μολώχ ! Χωρίς αγάπη, χωρίς φίλο στόν Μολώχ !

Μολώχ πού μπήκες στήν ψυχή μου νωρίς ! Μολώχ πού μέσα 

    σου είμαι χωρίς σώμα συνείδηση ! Μολώχ πού μέ τρόμα-

    ξες πάνω στή φυσική μου έκσταση ! Μολώχ πού σ’ εγκα-

    ταλείπω ! Ξυπνώ στον Μολώχ ! Φώς κατεβαίνει άπο τον 

    ουρανό !

Μολώχ ! Μολώχ ! Ρομπότ διαμερίσματα ! αόρατα προάστια ! 

    σκελετώδη θησαυροφυλάκια ! τυφλές πρωτεύουσες ! δαιμο-

    νικές βιομηχανίες ! φασματικά έθνη ! αήττητα τρελοκομεία ! 

    γρανιτώδες ψωλές ! τερατώδεις μπόμπες !

Σπάσαν τις ράχες τους σηκώνοντας τόν Μολώχ στόν Ούρανό ! 

    Πεζοδρόμια, δέντρα, ραδιόφωνα, τόνοι ! την πόλη σηκώνον-

    τας στόν Ούρανο πού υπάρχει παντού τριγύρω μας !

Οράματα ! οιωνοί ! παραισθήσεις ! θαύματα ! εκστάσεις ! τά 

    πήρε τ’ αμερικάνικο ποτάμι !

Ονειρα ! λατρείες ! φωτοχυσίες ! θρησκείες ! ολόκληρη η μαού-

    να φορτωμένη εύαίσθητο σκατό !

Ρήξεις ! πάνω άπ’ τό ποτάμι ! υστερίες καί σταυρώσεις ! κάτω 

    μέ τό ρέμα ! Εύφορίες ! Θεοφάνειες ! ’Απελπισίες ! Δέκα 

    χρόνια ζωώδεις κραυγές κι αυτοκτονίες ! Μυαλά ! Αγάπες 

    νέες ! Παλαβή γενιά ! κάτω στά βράχια του Χρόνου!

Αληθινό άγιο γέλιο στό ποτάμι ! Τά είδαν όλα ! τ’ άγρια μά-

    τια ! τ’ άγια άλυχτήματα ! Είπαν αντίο ! Πήδηξαν άπ’ τή 

    στέγη ! στή μοναξιά! κουνώντας τα χέρια ! κρατώντας λου-

    λούδια ! Κάτω στό ποτάμι! κάτω στό δρόμο!

 


 

III


Κάρλ Σόλομον ! Είμαι μαζί σου στο Ρόκλαντ 

    όπου πιο τρελός είσαι από μένα 

Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ

    όπου πρέπει νά νιώθεις πολύ παράξενα 

Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ

    όπου μιμείσαι τή σκιά της μάνας μου 

Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ

    όπου σκότωσες τίς δώδεκα γραμματείς σου 

Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ

    όπου γελάς μέ τοΰτο τ’ άόρατο χιούμορ 

Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ

    όπου είμαστε μεγάλοι συγγραφείς στήν ίδια φοβερή γραφο-

    μηχανή

Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ

    όπου ή κατάστασή σου είναι σοβαρή καί τή λέν στό ραδιό-

    φωνο

Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ

    όπου οι κρανιακές λειτουργίες δ΄ρν δέχονται πιά τά σκουλή-

    κια τών αισθήσεων 

Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ

    όπου πίνεις τό τσάι απ’τά στήθια των γεροντοκόρων τής 

    Γιούτικα 

Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ

    όπου λογοπαικτείς πάνω στά σώματα τών νοσοκόμων σου 

    τίς στρίγκλες τού Μπρόνξ 

Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ

    όπου ούρλιάζεις μές στό ζουρλομανδύα πώς χάνεις τό παι-

    χνίδι στό πραγματικό πίνγκ πόνγκ τής αβύσσου 

Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ

    όπου βροντάς στο κατατονικό πιάνο πώς ή ψυχή είναι αθώα 

    καί άθάνατη ποτέ δέν πρέπει νά πεθαίνει βάναυσα σ’ ένα 

    στρατοκρατούμενο τρελάδικο 

Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ

    όπου πενήντα άκόμη σόκ κι ή ψυχή σου δέν θά ξαναγυρίσει 

    στό σώμα της απ’τό προσκύνημά της σ’ένα σταυρό στό 

    κενό

Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ

    όπου κατηγορείς τούς γιατρούς σου για φρενοβλάβεια καί 

    καταστρώνεις τήν εβραϊκή σοσιαλιστική επανάσταση ενάν-

    τια στόν φασιστικό εθνικό γολγοθά 

Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ

    όπου θά σχίσεις στά δυό τόν ουρανό τής Λόνγκ Άιλαντ καί

    θ’αναστήσεις τόν ζωντανό σου ανθρώπινο Ιησοϋ απ’τόν 

    υπερανθρώπινο τάφο 

Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ 

    όπου υπάρχουν είκοσιπέντε χιλιάδες τρελοί σύντροφοι όλοι 

    μαζί τραγουδώντας τίς τελευταίες στροφές τής Διεθνούς 

Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ

    όπου σφιχταγκαλιάζουμε καί φιλούμε κάτω απ’ τά σεντόνια 

    τίς Ηνωμένες Πολιτείες τίς Ηνωμένες Πολιτείες πού βή-

    χουν όλη νύχτα καί δέν θά μάς αφήσουνε να κοιμηθούμε 

Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ

    όπου ξυπνάμε από τό κώμα ηλεκτρισμένοι απ’ τά αεροπλά-

    να τών ψυχών μας πού σουρίζουν πάνω άπ’ τή στέγη ήρθαν 

    νά ρίξουν τίς αγγελικές τους μπόμπες τό νοσοκομείο κα-

    ταυγάζεται στό φώς φανταστικοί τοίχοι γκρεμίζονται Ώ

    κοκαλιάρες λεγεώνες ορμάτε έξω  Ώ αστερόεσσα καταπλη-

    ξία τού ελέους ό αιώνιος πόλεμος είναι εδώ  Ώ νίκη ξέχασε 

    τά εσώρουχά σου είμαστε ελεύθεροι 

Είμαι μαζί σου στό Ρόκλαντ

    στά ονειρά μου περπατάς στάζοντας από θαλάσσιο ταξίδι 

    πέρα για πέρα στήν εθνική οδό πού ζώνει τήν ’Αμερική μέ 

    δάκρυα ώς τήν πόρτα τού σπιτιού μου στή Δυτική νύχτα

Saturday, January 8, 2022


“Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα Συναισθήματα.


Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.


Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.

Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.


Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.

Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.


Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»,

«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα»


Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.

«Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη.

«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία.


Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια.

«Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου».

«Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.


Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία.

Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.


Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!».

Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του.


Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.


Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση:

«Γνώση, ποιος με βοήθησε»;

«Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση.

«Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε o Χρόνος;»


Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με τη βαθιά σοφία της είπε:

«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».


Κολομβιανό παραμύθι, αγνώστου συγγραφέα, που απέκτησε μεγάλη δημοσιότητα μέσω του βιβλίου του ψυχίατρου Χόρχε Μπουκάι, «Ο Δρόμος των Δακρύων».

 Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου
Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
Ειρήνη
σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Wednesday, December 29, 2021


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ


Αποδιώχνω τον ύπνο σα να ’ναι αρρώστια.

Χτίζω την αντίστασή μου

Τον αναβάλλω όσο μπορώ

Κάθε νύχτα, σα δρομέας


Που περικόπτει το χρόνο του.

Διατρέχω τις σελίδες των βιβλίων

Περπατώ μέσα από ταινίες

Γράφω σα να τρέχω κατοστάρι.


Είμαι της νύχτας πλάσμα

Βρίσκομαι εδώ για να εξαπατώ το χρόνο.

Μπορείτε να δείτε το χρόνο και την εξάντληση

Να πληρώνονται από το πρόσωπό μου.


Το καϋμένο μου πρόσωπο κουβαλά σακούλες

Σαν αποσκευές ζωής

Και ρυτίδες σα γραφές

Σε αρχαίο βιβλίο.


Σε πενήντα χρόνια

‘Υπνος μου θα ’ναι ο θάνατος

Θα φύγω όπως όλοι

Έχοντας, όμως, προηγουμένως παίξει


Όλα τα παιχνίδια και όλους τους ρόλους.


ΕΠΕΙΔΗ


Επειδή υποδύθηκα έναν ιππότη

Στην οθόνη

Επειδή έβγαλα ένα εκατομμύριο δολλάρια

Επειδή ήμουν όμορφος

Επειδή είχα ωραίο αμάξι

Φαίνεται πως τα κορίτσια με συμπάθησαν.


Ουδέποτε τα γνώρισα, όμως

Μόνον άκουγα γι’ αυτά.

Γνώρισα μόνον όσους με μισούσαν

Κι ήταν πολλοί, πάρα πολλοί.

Ήταν εύκολο να ξεχάσω όσους άκουγα ότι με συμπαθούσαν

Κι ήταν, διάολε, όλοι δεκατετράχρονα.


Απόμεινα στο καβούκι μου διαβάζοντας

Είδα ένα εκατομμύριο ταινίες δύο φορές

Μα δεν τις κατάλαβα καλύτερα.

Επειδή, όμως, υποδύθηκα έναν Ιππότη

Επειδή ήμουν όμορφος


Έφτιαξα αυτή τη ζωή για μένα.


Χρόνια μετά, έκανα τον απολογισμό μου

Βλέποντας τον εαυτό μου στις παλιές ταινίες

Και τον μίσησα.


Είναι, όμως, αυτός που θ’ απομείνει όταν πεθάνω.

www.poiein.gr


Αν σπείρεις εντιμότητα, θα θερίσεις εμπιστοσύνη.


 


Αν σπείρεις καλοσύνη, θα θερίσεις φίλους.


 


Αν σπείρεις ταπεινοφροσύνη, θα θερίσεις μεγαλείο.


 


Αν σπείρεις επιμονή, θα θερίσεις νίκη.


 


Αν σπείρεις στοχασμό, θα θερίσεις αρμονία.


 


Αν σπείρεις σκληρή δουλειά, θα θερίσεις επιτυχία.


 


Αν σπείρεις συγχώρεση, θα θερίσεις συμφιλίωση.


 


Αν σπείρεις ειλικρίνεια, θα θερίσεις καλές σχέσεις.


 


Αν σπείρεις υπομονή, θα θερίσεις βελτίωση.


 


Αν σπείρεις πίστη, θα θερίσεις θαύματα.


 


Αν σπείρεις ανεντιμότητα, θα θερίσεις δυσπιστία.


 


Αν σπείρεις εγωισμό, θα θερίσεις μοναξιά.


 


Αν σπείρεις περηφάνια, θα θερίσεις καταστροφή.


 


Αν σπείρεις ζήλια, θα θερίσεις ταλαιπωρία.


 


Αν σπείρεις οκνηρία, θα θερίσεις στασιμότητα.


 


Αν σπείρεις πικρία, θα θερίσεις απομόνωση.


 


Αν σπείρεις πλεονεξία, θα θερίσεις απώλεια.


 


Αν σπείρεις κακολογία, θα θερίσεις εχθρούς.


 


Αν σπείρεις στενοχώριες, θα θερίσεις ρυτίδες.


 


Αν σπείρεις αμαρτίες, θα θερίσεις ενοχές.


 


Πρόσεχε, λοιπόν, τι σπέρνεις τώρα. Αυτό θα καθορίσει τι θα θερίσεις αύριο. Οι σπόροι που σπέρνεις θα κάνουν τη ζωή χειρότερη ή καλύτερη, τόσο τη δική σου όσο και αυτών που θα έλθουν μετά. Να είσαι βέβαιος ότι κάποια μέρα θα απολαύσεις τους καρπούς της εντιμότητας και της ακεραιότητάς σου ή θα πληρώσεις για τις εγωιστικές επιλογές που έσπειρες σήμερα.


lectures beurau

 

Ένας γενναίος ιππότης

χαρούμενα ντυμένος,

μ’ ήλιο και με βροχή,

τη λύρα του ζωσμένος

ταξίδεψε να βρει

την χώρα του Ελντοράντο.


Μα γέρασεν ο νέος

ο ιππότης ο γενναίος.

Με θλίψη κι η καρδιά του

γέμισε που δεν βρήκε

μήτε ίχνος καν μπροστά του

της χώρας του Ελντοράντο.



 

Κι όταν η δύναμή του

έφυγε απ’ το κορμί του,

συνάντησε ο ιππότης

σκιά προσκυνητή.

“Πες μου, σκιά”, της είπε,

“πού να ’ναι τώρα αυτή

η χώρα του Ελντοράντο;”


Και του ’πε: “Πάνω απ’ τα ‘Ορη

του Φεγγαριού σαν πας

και στην Κοιλάδα κάτω

σαν πας της Σκιάς,

εκεί τότε θα βρεις

εκείνο που ποθείς –

τη χώρα του Ελντοράντο”.


 


 


 


ΕΝΤΓΚΑΡ ΑΛΑΝ ΠΟΕ


ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΤΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ


Προμηθεύς δεσμώτης 454 κ.εξ.
ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ: Τις δυστυχίες
ακούστε των θνητών, που ενώ δεν είχαν
πρωτύτερα μυαλό, με νου και σκέψη
τους φώτισα. Κι όσα θα πω δεν είναι
παράπονο γι’ αυτούς, μονάχα δείχνω
το τι καλό τούς έχω κάνει· πρώτα
εκείνοι έβλεπαν, μα έβλεπαν του κάκου,
κι άκουγαν, μα δεν άκουγαν καθόλου,
αλλά ως θολές μορφές ονείρων σ’ όλο
το μάκρος της αργόσυρτης ζωής των
αστόχαστα ανακάτευαν τα πάντα·
κι ουδέ πλιθόχτιστα ξέραν να χτίζουν
ηλιόφωτα καλύβια, ουδέ την τέχνη
τα ξύλα να δουλεύουν, μα υπόγεια ζούσαν
σ’ ανήλιαγες σπηλιές στης γης τα βάθη,
καθώς τ’ αλαφροκίνητα μερμήγκια.

Μήτε να ξεχωρίζουνε κατέχαν
με σίγουρο σημάδι το χειμώνα,
μηδέ την άνοιξη την ανθισμένη,
μηδέ το καρποφόρο καλοκαίρι,
αλλά έτσι δίχως κρίση και στην τύχη
ήταν η κάθε πράξη τους, ωσότου
τις δύσκολες κι ανέγνωρες των άστρων
ανατολές τούς έδειξα και δύσεις.
Μα και τον αριθμό, πρώτη σοφία,
τους βρήκα εγώ, και των γραμμάτων
τα συνταιριάσματα, δουλεύτρα τέχνη,
μητέρα των Μουσών, μνήμη των πάντων.
…………………………………………………….
Κι ενώ για τους ανθρώπους τέτοιες τέχνες
σκέφτηκα ο δόλιος, τρόπο εγώ δεν έχω
τη συμφορά μου ετούτη να ξεφύγω.

 

, εμείς γεννημένοι έτσι να είμαστε έτσι καθώς τα ασβεστωμένα πρόσωπα χαμογελούν…

καθώς ο κ.Θάνατος γελά

καθώς οι ανελκυστήρες κόβονται

καθώς τα πολιτικά τοπία διαλύονται

καθώς το αγόρι στο σουπερμάρκετ έχει πτυχίο πανεπιστημίου

καθώς τα μολυσμένα ψάρια ξεστομίζουν τις μολυσμένες προσευχές τους

καθώς ο ήλιος κρύβεται

είμαστε γεννημένοι έτσι

να είμαστε έτσι

με αυτούς τους προσεκτικά τρελούς πολέμους

με την όψη σπασμένων παραθύρων σε εργοστάσια να ατενίζουν το κενό

με μπαρ όπου οι θαμώνες δεν μιλούν πλέον μεταξύ τους


 


με τσακωμούς που καταλήγουν σε πυροβολισμούς και μαχαιρώματα

γεννημένοι έτσι

με νοσοκομεία που είναι τόσο ακριβά που είναι φθηνότερο να πεθάνεις

με δικηγόρους που χρεώνουν τόσο ακριβά που είναι φθηνότερο να δηλώσεις ένοχος

σε μια χώρα όπου οι φυλακές είναι γεμάτες και τα τρελοκομεία κλειστά

σε έναν τόπο όπου οι μάζες ανυψώνουν ηλίθιους σε πλούσιους ήρωες

γεννημένοι μέσα σ’αυτό

περπατώντας και ζώντας μέσα σ’ αυτό

πεθαίνοντας λόγω αυτού μένοντας άφωνοι

λόγω αυτού ευνουχισμένοι έκλυτοι αποκληρωμένοι

λόγω αυτού εξαπατημένοι

από αυτό χρησιμοποιημένοι

από αυτό εξευτελισμένοι

από αυτό εξοργισμένοι και απηυδησμένοι

από αυτό βίαοι απάνθρωποι

λόγω αυτού η καρδιά έχει μελανιάσει

τα δάχτυλα πλησιάζουν το λαιμό

το όπλο το μαχαίρι τη βόμβα τα δάχτυλα τείνουν προς έναν μη αποκρυνόμενο θεό

τα δάχτυλα πλησιάζουν το μπουκάλι το χάπι τη σκόνη

γεννημένοι σ’ αυτό το θλιβερό θανατικό

γεννημένοι με μια κυβέρνηση με 60 χρονών χρέος που σύντομα δε θα είναι ικανή να αποπληρώσει τους τόκους αυτού του χρέους

και οι τράπεζες θα καούν

το χρήμα θα καταστεί άχρηστο

θα υπάρξουν φανερές και ατιμώρητες δολοφονίες στους δρόμους

θα υπάρξουν όπλα και περιπλανώμενοι όχλοι

η γη θα είναι άχρηστη

η τροφή θα γίνει μια φθίνουσα απόδοση

πυρηνική ενέργεια θα έρθει στην κατοχή των πολλών

εκρήξεις θα σείουν ακατάπαυστα τη γη

ραδιενεργά ρομπότ θα κυνηγούν το ένα το άλλο

οι πλούσιοι και οι επίλεκτοι θα παρακολουθούν από τους διαστημικούς σταθμούς

η Κόλαση του Δάντη θα μοιάζει με παιδική χαρά

ο ήλιος θα κρυφτεί και θα είναι νύχτα παντού

τα δέντρα θα πεθάνουν η βλάστηση όλη θα πεθάνει

ραδιενεργοί άνθρωποι θα τρώνε τη σάρκα ραδιενεργών ανθρώπων

η θάλασσα θα μολυνθεί

οι λίμνες και τα ποτάμια θα εξαφανιστούν

η βροχή θα είναι ο επόμενος χρυσός

σαπισμένα πτώματα ανθρώπων και ζώων θα ζέχνουν στο σκοτεινό άνεμο

οι λίγοι τελευταίοι επιζήσαντες θα μολυνθούν από νέες και φρικιαστικές ασθένειες


 


και οι διαστημικοί σταθμοί θα καταστραφούν από δολιοφθορές

την έλλειψη προμηθειών το φυσικό φαινόμενο της φθοράς

και θα υπάρξει η πιο όμορφη σιγή από ποτέ γεννημένη από αυτό

ο ήλιος ακόμα εκεί κρυμμένος

να περιμένει το επόμενο κεφάλαιο


 


Charles Bukowski – Dinosauria, we

Μετάφραση: Νίκος Αδαμόπουλος


Πηγή: www.poiein.gr


(Ο Victor Hugo έγραψε αυτό το ποίημα μετά από μία επίσκεψή του σε γαλλική φυλακή.)


Κάθε παιδί που μορφώνουμε

είναι ένας άνθρωπος που κερδίζουμε



 

Ενενήντα από τους εκατό

κλέφτες που βρίσκονται στη φυλακή


Δεν έχουν πάει ποτέ στο σχολείο


Και δεν γνωρίζουν ανάγνωση,

ούτε να υπογράφουν με σταυρό.


Είναι σ’αυτή τη σκιά που

συνάντησαν το έγκλημα.


Η άγνοια είναι η νύχτα που

ξεκινά η άβυσσος.


Εκεί η λογική χάνεται

και η εντιμότητα πεθαίνει.


Ο Θεός, ο πρώτος συγγραφέας

όλων όσων έχουν ποτέ γραφεί

Χάρισε σ’αυτή τη Γη των

μεθυσμένων

φτερά αγγέλων μέσα στις σελίδες

των βιβλίων

Μόλις κάποιος ανοίγει ένα

βιβλίο βρίσκει ένα φτερό

με το οποίο

μπορεί να αιωρηθεί εκεί

όπου πετούν οι ψυχές των ελεύθερων

πνευμάτων


Το σχολείο είναι τόσο ιερό όσο

και το παρεκκλήσι.


Το αλφάβητο που ένα παιδί

συλλαβίζει με το δάκτυλό του

περιέχει αρετή σε κάθε γράμμα-

η καρδιά φωτίζεται απαλά

από αυτή την ταπεινή λάμψη.


Έτσι, στο μικρό παιδί, δώσε το

μικρό βιβλίο

Περπάτησε μπροστά, κρατώντας τη δάδα αναμμένη ώστε

να μπορεί να σε ακολουθήσει



 

Η νύχτα δημιουργεί το σφάλμα

και το σφάλμα την

επίθεση


Η απουσία καλής παιδείας

σημαίνει πως βομβαρδίζουμε

την κοινωνία


Με ανθρώπους-άγρια ζώα,

ελλειμματικά πρόσωπα,

θλιβερά ένστικτα και νεκρούς

μαθητές

Τρομακτικούς τυφλούς ανθρώπους

με αιμοβόρα βλέμματα

που αισθάνονται πως βρίσκονται σε ένα

ηθικό μονοπάτι.



 

Επιτρέψτε μας να φωτίσουμε

τα πνεύματα, αυτός είναι

ο πρωταρχικός μας νόμος.

Και από το πιο χυδαίο λίπος

ας φτιάξουμε ένα φως.

Η διανόηση θέλει να είναι ανοιχτή

εδώ κάτω.

Ο βλαστός έχει δικαίωμα να

ανθίσει- και εκείνος που δεν

σκέπτεται Δεν ζει.


Οι κλέφτες είχαν δικαίωμα να ζήσουν

Έχετε πάντα υπόψη σας πως το σχολείο

είναι χρυσός που μεταμορφώνει τον

χαλκό,

Ενώ η άγνοια μεταμορφώνει τον

χρυσό…


Ελεύθερη απόδοση στα Ελληνικά : LECTURES BUREAU


Όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή,

Και όλοι οι άνδρες και οι γυναίκες απλώς οι ηθοποιοί-

Έχουν τις εξόδους και τις εισόδους τους,

Και ένας άνθρωπος στην εποχή του παίζει πολλά μέρη,

Οι πράξεις του είναι επτά αιώνες. Στην αρχή, το βρέφος,


 


Κλαψουρίζοντας και κάνοντας εμετό στα χέρια της νοσοκόμας.

Μετά ο γκρινιάρης μαθητής, με την τσάντα του

Και με λαμπερό πρόσωπο το πρωί, έρχεται σαν σαλιγκάρι

Απρόθυμα στο σχολείο. Και μετά ο εραστής,

Αναστενάζοντας σαν το καμίνι, με μια θλιβερή μπαλάντα

Φτιαγμένη για τα φρύδια της ερωμένης του. Μετά ένας στρατιώτης,

Γεμάτος περίεργους όρκους και γενειοφόρος σαν τον συνέταιρο,

Έχοντας ζήλο για την τιμή, ξαφνικός και γρήγορος σε διαμάχη,

Αναζητώντας τη φήμη της φούσκας

Ακόμη και στο στόμα του κανονιού. Και μετά η δικαιοσύνη,

Σε δίκαιη στρογγυλή κοιλιά με καλή επένδυση καπόρι,

Με τα μάτια σοβαρά και γενειάδα επίσημης κοπής,

Γεμάτη από σοφά αποφθέγματα και σύγχρονες περιπτώσεις.

Και έτσι παίζει τον ρόλο του. Η έκτη ηλικιακή βάρδια

Στο κομψό και φουσκωτό παντελόνι,

Με γυαλιά στη μύτη και πουγκί στο πλάι-

Το νεανικό μανίκι του, καλά σωζόμενο, ένας κόσμος πάρα πολύ ευρύς

Για το συρρικνωμένο στέλεχός του και τη μεγάλη του ανδρική φωνή,

Στρέφοντας ξανά προς τα παιδικά πρίμα, φυσάει

Και σφυρίζει στον ήχο του. Τελευταία σκηνή όλων,

Αυτή τελειώνει αυτή την παράξενη γεμάτη γεγονότα ιστορία,

Είναι η δεύτερη παιδικότητα και η απλή λήθη,

Χωρίς δόντια, χωρίς τα μάτια, χωρίς γεύση, χωρίς τα πάντα.


 


William Shakespeare

 

Μίλησε μας για την Αγάπη


Κι εκείνος, ύψωσε το κεφάλι του κι αντίκρισε το λαό κι απλώθηκε βαθιά ησυχία. Και με φωνή μεγάλη είπε: Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την, Μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα.


 


Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδώσου, μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει. Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την, μ’ όλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά σου σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο.



 

 


Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει. Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου.


 


Κι όπως ανεβαίνει ως την κορφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο. Έτσι κατεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα.


 


Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της. Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχιάσει. Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου. Σε αλέθει για να σε λευκάνει. Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός. Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο.



 

 


Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής.


 


Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης, Τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης. Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου.



 

 


Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται, γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη. Όταν αγαπάς, δε θα έπρεπε να λες: “Ο Θεός είναι στην καρδιά μου”, αλλά μάλλον “Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού”.


 


Και μη πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.


 


Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία εκτός από την εκπλήρωσή της. Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου: Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα.



 

 


Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας. Να πληγωθείς από την ίδια την ίδια τη γνώση σου της αγάπης. Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα.


 


Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης. Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης. Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο με ευγνωμοσύνη στην καρδιά Και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ’ έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου.


 


 


 


 


“Ο Προφήτης”


Χαλίλ Γκιμπράν


ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΠΑΤΑΚΗ

by click4money